ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Σελίδα 1 από 2 1, 2  Next

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Go down

ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Τετ 22 Aug 2012 - 17:31

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (1911 - 1996)




(2 Νοεμβρίου 1911 - 18 Μαρτίου 1996), φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλλη του Παναγιώτη, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του '30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, γνωστός για τα ποιητικά του έργα Άξιον Εστί, Ήλιος ο πρώτος, Προσανατολισμοί κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν, ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλάμβανε ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών εργων Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, Αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.

Νεανικά χρόνια

Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από τον συνοικισμό Καλαμιάρης της Παναγιούδας Λέσβου και είχε εγκατασταθεί στην πόλη του Ηρακλείου από το 1895, όταν σε συνεργασία με τον αδελφό του ίδρυσε ένα εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας. Το παλαιότερο όνομα της οικογένειας Αλεπουδέλλη ήταν Λεμονός, το οποίο αργότερα μετασχηματίστηκε σε Αλεπός. Η μητέρα του καταγόταν από τον Παππάδο της Λέσβου[1].

Το 1914 ο πατέρας του μετέφερε τα εργοστάσιά του στον Πειραιά και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. O Οδυσσέας Ελύτης εγγράφηκε το 1917 στο ιδιωτικό σχολείο Δ.Ν. Μακρή, όπου φοίτησε για επτά χρόνια, έχοντας μεταξύ άλλων δασκάλους του τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ι.Θ. Κακριδή. Τα πρώτα καλοκαίρια της ζωής του πέρασαν στην Κρήτη, τη Λέσβο και τις Σπέτσες. Τον Νοέμβριο του 1920, μετά την πτώση του Βενιζέλου, η οικογένειά του αντιμετώπισε διώξεις, με αποκορύφωμα τη σύλληψη του πατέρα του, εξαιτίας της προσήλωσής της στις βενιζελικές ιδέες. Ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε στενές σχέσεις με την οικογένεια και είχε φιλοξενηθεί συχνά στην οικία της στο κτήμα του Ακλειδιού. Το 1923 ταξίδεψε οικογενειακώς στην Ευρώπη, επισκεπτόμενος την Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία. Στη Λωζάνη ο ποιτής είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Το φθινόπωρο του 1924 εγγράφηκε στο Γ΄ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και συνεργάστηκε στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων, χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Όπως ο ίδιος ομολογεί (πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία δίνει ο Ελύτης στο βιβλίο του Ανοιχτά Χαρτιά), πρωτογνώρισε τη νεοελληνική λογοτεχνία, αυτός ο θρεμμένος με παγκόσμια έργα του πνεύματος, που ξόδευε όλα του τα χρήματα αγοράζοντας βιβλία και περιοδικά. Εκτός από την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, ασχολήθηκε ενεργά με ορειβατικές εκδρομές στα βουνά της Αττικής και αντιδρώντας στη διάθεσή του για διάβασμα στράφηκε στον αθλητισμό. Ακόμη και τα βιβλία που αγόραζε έπρεπε να έχουν σχέση με την ελληνική φύση: Καμπούρογλου, Κ.Πασαγιάννης, Στ. Γρανίτσας, κι ένας τρίτομος «Οδηγός της Ελλάδος». Την Άνοιξη του 1927 μία υπερκόπωση και μία αδενοπάθεια τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τις φίλαθλες τάσεις του καθηλώνοντάς τον στο κρεβάτι για περίπου τρεις μήνες. Ακολούθησαν ελαφρά συμπτώματα νευρασθένειας και περίπου την ίδια περίοδο στράφηκε οριστικά προς τη λογοτεχνία, γεγονός που συνέπεσε με την εμφάνιση αρκετών νέων λογοτεχνικών περιοδικών, όπως η Νέα Εστία και τα Ελληνικά Γράμματα.

Το καλοκαίρι του 1928 πήρε το απολυτήριο του γυμνασίου με βαθμό 73/11. Μετά από πιέσεις των γονέων του, αποφάσισε να σπουδάσει χημικός, ξεκινώντας ειδικά φροντιστήρια για τις εισαγωγικές εξετάσεις του επόμενου έτους. Την ίδια περίοδο ήρθε σε επαφή με το έργο του Καβάφη και του Κάλβου ανανεώνοντας τη γνωριμία του με τη θελκτική αρχαία λυρική ποίηση. Παράλληλα ανακάλυψε το έργο του Πωλ Ελυάρ και των Γάλλων υπερρεαλιστών, που επέδρασαν σημαντικά στις ιδέες του για τη λογοτεχνία, σύμφωνα με τον ίδιο: «...μ’ ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησης της, η λυρική ποίηση» [2].

Λογοτεχνία

Κάτω από την επίδραση της λογοτεχνικής του στροφής, παραιτήθηκε από την πρόθεση να ασχοληθεί με τη χημεία και το 1930 εγγράφηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Όταν το 1933 ιδρύθηκε η Ιδεοκρατική Φιλοσοφική Ομάδα στο πανεπιστήμιο, με τη συμμετοχή των Κ. Τσάτσου, Π. Κανελλόπουλου, Ι. Θεοδωρακόπουλου και Ι. Συκουτρή, ο Ελύτης ήταν ένας από τους εκπροσώπους των φοιτητών, συμμετέχοντας στα "Συμπόσια του Σαββάτου" που διοργανώνονταν. Την ίδια εποχή μελέτησε τη σύγχρονη ελληνική ποίηση του Καίσαρος Εμμανουήλ (τον Παράφωνο αυλό), τη συλλογή Στου γλιτωμού το χάζι του Θεοδώρου Ντόρου, τη Στροφή (1931) του Γιώργου Σεφέρη και τα Ποιήματα (1933) του Νικήτα Ράντου. Με ενθουσιασμό, συνέχισε παράλληλα τις περιπλανήσεις του στην Ελλάδα, τις οποίες περιγράφει ο ίδιος: "Πιονιέροι αληθινοί, μέρες και μέρες προχωρούσαμε νηστικοί και αξύριστοι, πιασμένοι από το αμάξωμα μιας ετοιμοθάνατης Σεβρολέτ, ανεβοκατεβαίνοντας αμμολόφους, διασχίζοντας λιμνοθάλασσες, μέσα σε σύννεφα σκόνης ή κάτω από ανελέητες νεροποντές, καβαλικεύαμε ολοένα όλα τα εμπόδια και τρώγαμε τα χιλιόμετρα με μιαν αχορταγιά που μονάχα τα είκοσί μας χρόνια και η αγάπη μας γι' αυτή τη μικρή γη που ανακαλύπταμε, μπορούσαν να δικαιολογήσουν"[2].

Την ίδια περίοδο συνδέθηκε στενότερα με τον Γιώργο Σαραντάρη (1908-1941), ο οποίος τον ενθάρρυνε στις ποιητικές του προσπάθειες, όταν ακόμα ο Ελύτης ταλαντευόταν σχετικά με το αν έπρεπε να δημοσιεύσει τα έργα του, ενώ τον έφερε σε επαφή και με τον κύκλο των Νέων Γραμμάτων (1935-1940, 1944). Το περιοδικό αυτό, με διευθυντή τον Αντρέα Καραντώνη και συνεργάτες παλιούς και νεότερους αξιόλογους Έλληνες λογοτέχνες (Γιώργος Σεφέρης, Γεώργιος Θεοτοκάς, Άγγελος Τερζάκης, Κοσμάς Πολίτης, Άγγελος Σικελιανός κ.ά.), έφερε στην Ελλάδα τις σύγχρονες δυτικές καλλιτεχνικές τάσεις και γνώρισε στο αναγνωστικό κοινό κυρίως τους νεότερους ποιητές, με τη μετάφραση αντιπροσωπευτικών έργων τους ή με άρθρα κατατοπιστικά για την ποίησή τους. Έγινε το πνευματικό όργανο της γενιάς του ’30 που φιλοξένησε στις στήλες του όλα τα νεωτεριστικά στοιχεία, κρίνοντας ευνοϊκά και προβάλλοντας τις δημιουργίες των νέων Ελλήνων ποιητών.

Νέα Γράμματα

Όπως ο Ελύτης αναγνωρίζει, το 1935 στάθηκε μια ιδιαίτερη χρονιά στην πνευματική πορεία του. Τον Ιανουάριο κυκλοφόρησε το περιοδικό Νέα Γράμματα. Τον Φεβρουάριο γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που χαρακτηριστικά τον περιέγραψε: «...ο μεγάλης αντοχής αθλητής της φαντασίας, με γήπεδο την οικουμένη ολόκληρη και διασκελισμό τον Έρωτα. Το έργο του, κάθε του καινούργιο έργο, ζωσμένο από ένα μικρό ουράνιο τόξο, είναι μια υπόσχεση προς την ανθρωπότητα, μια δωρεά που αν δεν την κρατούν ακόμα όλοι στα χέρια τους είναι αποκλειστικά και μόνον από δική τους αναξιότητα»[2]. Τον ίδιο μήνα ο Εμπειρίκος έδωσε διάλεξη με θέμα «Υπερρεαλισμός, μια νέα ποιητική σχολή», που αποτέλεσε και την πρώτη επίσημη παρουσίαση του υπερρεαλισμού στο ελληνικό κοινό. Οι δύο ποιητές συνδέθηκαν με στενή φιλία, που κράτησε πάνω από 25 χρόνια. Τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, εκτός από το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Υψικάμινος του Εμπειρίκου, με ποίηση ορθόδοξα υπερρεαλιστική. Ο Ελύτης, δέκα χρόνια νεότερος, είδε να ανοίγεται μπροστά του διάπλατη μια πόρτα σε μια νέα ποιητική πραγματικότητα, όπου μπορούσε με τα δικά του εφόδια να θεμελιώσει το ποιητικό του οικοδόμημα. Το Πάσχα οι δυο φίλοι επισκέφτηκαν τη Λέσβο, όπου με τη συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη ήρθαν σε επαφή με την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, που είχε πεθάνει έναν χρόνο πριν.

Κατά τη διάρκεια μιας συγκέντρωσης του κύκλου των Νέων Γραμμάτων στο σπίτι του ποιητή Γ.Κ. Κατσίμπαλη, οι παριστάμενοι κράτησαν ορισμένα χειρόγραφα του Ελύτη, με το πρόσχημα να τα μελετήσουν καλύτερα, και τα στοιχειοθέτησαν κρυφά παρουσιάζοντάς τα αργότερα στον ίδιο τον Ελύτη με το ψευδώνυμο Οδυσσέας Βρανάς, με στόχο τη δημοσίευσή τους. Ο Ελύτης αρχικά ζήτησε την απόσυρσή τους απευθύνοντας ειδική επιστολή στον Κατσίμπαλη, ωστόσο τελικά πείστηκε να δημοσιευτούν αποδεχόμενος επίσης το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης.

Η δημοσίευση των πρώτων ποιημάτων του στα Νέα Γράμματα έγινε τον Νοέμβριο του 1935, στο 11ο τεύχος του περιοδικού. Ο Ελύτης δημοσίευσε επίσης μεταφράσεις ποιημάτων του Ελυάρ και στο προλογικό του άρθρο παρουσιάζει τον δημιουργό τους ως τον ποιητή που «Ό,τι γράφει φτάνει αμέσως στην καρδιά μας, μας χτυπάει κατάστηθα σαν κύμα ζωής άλλης βγαλμένης από το άθροισμα των πιο μαγικών ονείρων μας».

Το 1936, στην «Α΄ Διεθνή Υπερρεαλιστική Έκθεση των Αθηνών», ο Ελύτης παρουσίασε ζωγραφικούς πίνακες με την τεχνική της χαρτοκολλητικής (collage)[3]. Εκείνη τη χρονιά, η ομάδα των νέων λογοτεχνών ήταν πιο στέρεη και μεγαλύτερη. Ο Ελύτης γνωρίστηκε επίσης με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, που μερικά χρόνια αργότερα τύπωσε την υπερρεαλιστική «Αμοργό». Το 1937 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα, αλληλογραφώντας παράλληλα με τον Νίκο Γκάτσο και τον Γιώργο Σεφέρη, που βρίσκονταν στην Κορυτσά. Λίγο μετά την απόλυσή του, τον επόμενο χρόνο, ο Μήτσος Παπανικολάου δημοσίευσε το άρθρο "Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης" στα Νέα Γράμματα, το οποίο συνέβαλε στην καθιέρωσή του.

Το 1939 εγκατέλειψε οριστικά τις νομικές σπουδές και, μετά από αρκετές δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Προσανατολισμοί. Τον επόμενο χρόνο, μεταφράστηκαν για πρώτη φορά ποιήματά του σε ξένη γλώσσα, όταν ο Samuel Baud Bovy δημοσίευσε ένα άρθρο για την ελληνική ποίηση στο ελβετικό περιοδικό Formes et Couleurs[4].

Αλβανικό μέτωπο

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένον άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον
χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας (Από το ΙΑ΄)

Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α΄ Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του επόμενου χρόνου μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Στη διάρκεια της κατοχής υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά», που ιδρύθηκε στις 30 Μαΐου του 1943. Εκεί, την Άνοιξη του 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου».

Τον Νοέμβριο του 1943 εκδόθηκε η συλλογή «Ο Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», σε 6.000 αριθμημένα αντίτυπα, ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα Νέα Γράμματα που άρχισαν να επανεκδίδονται το 1944, δημοσίευσε το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 ξεκίνησε η συνεργασία του με το περιοδικό Τετράδιο μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Ο πόλεμος του ’40 του έδωσε την έμπνευση και για άλλα έργα, την Καλωσύνη στις Λυκοποριές, την Αλβανιάδα και την ανολοκλήρωτη Βαρβαρία. Την περίοδο 1945-1946 διορίστηκε για ένα μικρό διάστημα Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, έπειτα από σχετική σύσταση του Σεφέρη, που ήταν διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού. Συνεργάστηκε επίσης με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», όπου δημοσίευσε ορισμένα δοκίμια, την «Ελευθερία» και την «Καθημερινή», όπου διατήρησε ως το 1948 μια στήλη τεχνοκριτικής.

Ευρώπη

Το 1948 ταξίδεψε στην Ελβετία, για να εγκατασταθεί στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στη Σορβόνη. Περιγράφοντας τις εντυπώσεις του από την παραμονή του στη Γαλλία, σχολίασε τα συναισθήματα και τις σκέψεις του: «Ένα ταξίδι που θα μ’ έφερνε πιο κοντά στις πηγές της μοντέρνας τέχνης, συλλογιζόμουνα. Χωρίς να λογαριάζω ότι θα μ’ έφερνε συνάμα πολύ κοντά και στις παλιές μου αγάπες, στα κέντρα όπου είχαν δράσει οι πρώτοι Υπερρεαλιστές, στα καφενεία όπου είχαν συζητηθεί τα Μανιφέστα, στη Rue de l’Odeon και στην Place Blanche, στο Montparnasse και στο St. Germain des Prés»[2]. Στο Παρίσι υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Association Internationale des Critiques d’Art ενώ είχε επίσης την ευκαιρία να γνωριστεί με τους Αντρέ Μπρετόν, Πωλ Ελυάρ, Αλμπέρ Καμύ, Τριστάν Τζαρά, Πιερ Ζαν Ζουβ, Zουάν Μιρό και άλλους.

Με τη βοήθεια του Ελληνογάλλου τεχνοκριτικού E. Teriade, που πρώτος είχε προσέξει την αξία του έργου του συμπατριώτη τού Θεόφιλου, συνάντησε τους μεγάλους ζωγράφους Ανρί Ματίς, Μαρκ Σαγκάλ, Αλμπέρτο Τζιακομέτι, Τζόρτζιο ντε Κίρικο και Πάμπλο Πικάσο, για του οποίου το έργο έγραψε αργότερα άρθρα και αφιέρωσε στην τέχνη του το ποίημα «Ωδή στον Πικασσό». Το καλοκαίρι του 1950 ταξίδεψε στην Ισπανία ενώ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο, από τα τέλη του 1950 μέχρι τον Μάιο 1951, συνεργάστηκε με το Β.Β.C. πραγματοποιώντας τέσσερις ραδιοφωνικές ομιλίες. Λίγο νωρίτερα είχε ξεκινήσει τη σύνθεση του Άξιον Εστί.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Tης αγάπης αίματα * με πορφύρωσαν
Kαι χαρές ανίδωτες * με σκιάσανε
Oξειδώθηκα μες στη * νοτιά
* των ανθρώπων
Mακρινή Mητέρα * Pόδο μου Aμάραντο

Στ' ανοιχτά του πέλαγου * με καρτέρεσαν
Mε μπομπάρδες τρικάταρτες * και μου ρίξανε
Aμαρτία μου νά ’χα * κι εγώ
* μιαν αγάπη
Mακρινή Mητέρα * Pόδο μου Aμάραντο

Τον Ιούλιο κάποτε * μισανοίξανε
Τα μεγάλα μάτια της * μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια * στιγμή
* να φωτίσουν
Mακρινή Mητέρα * Pόδο μου Aμάραντο

Κι από τότε γύρισαν * καταπάνω μου
Των αιώνων όργητες * ξεφωνίζοντας
"Ο που σ’ είδε, στο αίμα * να ζει
* και στην πέτρα"
Mακρινή Mητέρα * Pόδο μου Aμάραντο

Της πατρίδας μου πάλι * ομοιώθηκα
Μες στις πέτρες άνθισα * και μεγάλωσα
Των φονιάδων το αίμα * με φως
* ξεπληρώνω
Mακρινή Mητέρα * Pόδο μου Aμάραντο
Το Άξιον Εστί (Τα Πάθη, ι΄)

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1952 έγινε μέλος της «Ομάδας των Δώδεκα», που κάθε χρόνο απένειμε βραβεία λογοτεχνίας, από την οποία παραιτήθηκε τον Μάρτιο του 1953, αλλά επανήλθε δύο χρόνια αργότερα. Το 1953 ανέλαβε και πάλι για έναν χρόνο τη Διεύθυνση Προγράμματος του Ε.Ι.Ρ., διορισμένος από την κυβέρνηση Παπάγου, θέση από την οποία παραιτήθηκε τον επόμενο χρόνο. Στο τέλος του έτους έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Πολιτισμού στη Βενετία και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν.

Το 1958, μετά από μία δεκαπενταετή περίπου περίοδο ποιητικής σιωπής, δημοσιεύτηκαν αποσπάσματα από το Άξιον Εστί στην Επιθεώρηση Τέχνης. Το έργο εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1960 από τις εκδόσεις Ίκαρος, αν και φέρεται τυπωμένο τον Δεκέμβριο του 1959. Λίγους μήνες αργότερα απέσπασε για το Άξιον Εστί το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Την ίδια περίοδο εκδόθηκαν και οι «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Το 1961 με κυβερνητική πρόσκληση επισκέφτηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τα τέλη Μαρτίου έως τις αρχές Ιουνίου. Τον επόμενο χρόνο μετά από ένα ταξίδι στη Ρώμη επισκέφτηκε τη Σοβιετική Ένωση, προσκεκλημένος μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και τον Γιώργο Θεοτοκά. Το δρομολόγιο που ακολούθησαν περιλάμβανε την Οδησσό, τη Μόσχα, όπου έδωσε μία συνέντευξη, και το Λένινγκραντ.

Το 1964 ξεκίνησε η ηχογράφηση του μελοποιημένου Άξιον Εστί από τον Μίκη Θεοδωράκη, ενώ η συνεργασία του Ελύτη με τον συνθέτη είχε ξεκινήσει ήδη από το 1961. Το ορατόριο του Θεοδωράκη εντάχθηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και επρόκειτο αρχικά να παρουσιαστεί στο Ηρώδειο, ωστόσο το Υπουργείο Προεδρίας Κυβερνήσεως αρνήθηκε να το παραχωρήσει, με αποτέλεσμα ο Ελύτης και ο Θεοδωράκης να αποσύρουν το έργο, το οποίο παρουσιάστηκε τελικά στις 19 Οκτωβρίου στο κινηματοθέατρο Rex.

To 1965 του απονεμήθηκε από τον Βασιλέα Κωνσταντίνο το παράσημο του Ταξιάρχου του Φοίνικος και το επόμενο διάστημα ολοκλήρωσε τη συλλογή δοκιμίων που θα συγκροτούσαν τα Ανοιχτά Χαρτιά. Παράλληλα πραγματοποίησε ταξίδια στη Σόφια, καλεσμένος της Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων και στην Αίγυπτο. Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, απείχε από τη δημοσιότητα ασχολούμενος κυρίως με τη ζωγραφική και την τεχνική του κολάζ[5], ενώ αρνήθηκε πρόταση να απαγγείλει ποιήματά του στο Παρίσι εξαιτίας της δικτατορίας που επικρατούσε. Στις 3 Μαΐου του 1969 εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ξεκίνησε τη συγγραφή της συλλογής Φωτόδεντρο. Λίγους μήνες αργότερα επισκέφτηκε για ένα διάστημα την Κύπρο, ενώ το 1971 επέστρεψε στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο αρνήθηκε να παραλάβει το "Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας" που είχε θεσπίσει η δικτατορία. Μετά την πτώση της δικτατορίας, διορίστηκε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ι.Ρ.Τ. και μέλος για δεύτερη φορά του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1974 - 1977). Παρά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να συμπεριληφθεί στο ψηφοδέλτιο των βουλευτών Επικρατείας, ο Ελύτης αρνήθηκε, παραμένοντας πιστός στην αρχή του να μην αναμιγνύεται ενεργά στην πολιτική πρακτική. Το 1977 αρνήθηκε επίσης την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού.

Βραβείο Νόμπελ

Τότε όμως η Ποίηση; Τι αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Και ακριβώς, η εφετεινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με την χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών.
Απόσπασμα από την ομιλία του στην
απονομή του βραβείου Νόμπελ.[6][7]

Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο. Το 1978 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ενώ το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η αναγγελία της απονομής του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία έγινε στις 18 Οκτωβρίου "για την ποίησή του, η οποία, με φόντο την ελληνική παράδοση, ζωντανεύει με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική καθαρότητα βλέμματος τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργικότητα"[8][9], σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης. Ο Ελύτης παρέστη στην καθιερωμένη τελετή απονομής του βραβείου στις 10 Δεκεμβρίου του 1979, παραλαμβάνοντάς το από τον Βασιλέα Κάρολο Γουστάβο και γνωρίζοντας παγκόσμια δημοσιότητα. Τον επόμενο χρόνο κατέθεσε το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του βραβείου στο Μουσείο Μπενάκη. Την απονομή του Νόμπελ ακολούθησαν τιμητικές διακρίσεις εντός και εκτός Ελλάδας, μεταξύ αυτών και η απονομή φόρου τιμής σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, η αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, η ίδρυση έδρας νεοελληνικών σπουδών με τίτλο "Έδρα Ελύτη" στο πανεπιστήμιο Rutgers του Νιου Τζέρσεϊ, καθώς και η απονομή του αργυρού μεταλλίου Benson από τη Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου.

Πέθανε στις 18 Μαρτίου του 1996 από ανακοπή καρδιάς στην Αθήνα.

Έργο

Ο Οδυσσέας Ελύτης αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του '30, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενη σημειώνοντας χαρακτηριστικά: "από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ' την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος"[10]. Το έργο του έχει επανειλημμένα συνδεθεί με το κίνημα του υπερρεαλισμού, αν και ο Ελύτης διαφοροποιήθηκε νωρίς από τον "ορθόδοξο" υπερρεαλισμό που ακολούθησαν σύγχρονοί του ποιητές, όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Εγγονόπουλος ή ο Νικόλαος Κάλας. Επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό και δανείστηκε στοιχεία του, τα οποία ωστόσο αναμόρφωσε σύμφωνα με το προσωπικό του ποιητικό όραμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με το λυρικό στοιχείο και την ελληνική λαϊκή παράδοση. Οι επιρροές από τον υπερρεαλισμό διακρίνονται ευκολότερα στις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του Προσανατολισμοί (1940) και Ήλιος ο πρώτος (1943).

Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του υπήρξε το ποίημα Το Άξιον Εστί (1959), έργο με το οποίο ο Ελύτης διεκδίκησε θέση στην εθνική λογοτεχνία, προσφέροντας ταυτόχρονα μία «συλλογική μυθολογία» και ένα «εθνικό έργο»[11]. Η λογοτεχνική κριτική υπογράμμισε την αισθητική αξία του, καθώς και την τεχνική του αρτιότητα. Η γλώσσα του επαινέθηκε για την κλασσική ακρίβεια της φράσης[12] ενώ η αυστηρή δόμησή του χαρακτηρίστηκε ως άθλος που «δεν αφήνει να διαφανεί πουθενά ο παραμικρός βιασμός της αυθόρμητης έκφρασης»[13]. Τον «εθνικό» χαρακτήρα του Άξιον Εστί υπογράμμισαν μεταξύ άλλων ο Δ.Ν. Μαρωνίτης και ο Γ.Π. Σαββίδης, ο οποίος σε μία από τις πρώτες κριτικές του ποιήματος διαπίστωσε πως ο Ελύτης δικαιούνταν το επίθετο «εθνικός», συγκρίνοντας το έργο του με αυτό του Σολωμού, του Παλαμά και του Σικελιανού[11].

Η μεταγενέστερη πορεία του Ελύτη υπήρξε πιο ενδοστρεφής, επιστρέφοντας στον αισθησιασμό της πρώιμης περιόδου του και σε αυτό που ο ίδιος ο Ελύτης αποκαλούσε ως έκφραση μιας «μεταφυσικής του φωτός»: «Έτσι το φως, που είναι η αρχή και το τέλος κάθε αποκαλυπτικού φαινομένου, δηλώνεται με την επίτευξη μιας ολοένα πιο μεγάλης ορατότητας, μιας τελικής διαφάνειας μέσα στο ποίημα που επιτρέπει να βλέπεις ταυτοχρόνως μέσα απ' την ύλη και μέσα από την ψυχή»[10] Ιδιόμορφο, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ελύτη, μπορεί να χαρακτηριστεί το σκηνικό ποίημα Μαρία Νεφέλη (1978), στο οποίο χρησιμοποιεί - για πρώτη φορά στην ποίησή του - την τεχνική του κολάζ.

Πέρα από το ποιητικό του έργο, ο Ελύτης άφησε σημαντικά δοκίμια, συγκεντρωμένα στους τόμους Ανοιχτά Χαρτιά (1974) και Εν Λευκώ (1992), καθώς και αξιόλογες μεταφράσεις ευρωπαίων ποιητών και θεατρικών συγγραφέων.



http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%83%CE%AD%CE%B1%CF%82_%CE%95%CE%BB%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%82




Έχει επεξεργασθεί από τον/την ΜΗΔΕΙΑ στις Τετ 24 Oct 2012 - 22:59, 3 φορές συνολικά






"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Παρ 24 Aug 2012 - 17:16

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ (1863 - 1933)





O Kωστής Πέτρου Φωτιάδης Kαβάφης, γιος του Πέτρου-Iωάννη Iωάννου Kαβάφη και της Xαρίκλειας Γεωργάκη Φωτιάδη, γεννήθηκε στην Aλεξάνδρεια της Aιγύπτου στις 29 Aπριλίου 1863. Oι γονείς του ήσαν Kωνσταντινουπολίτες, και ο Kωνσταντίνος υπερηφανευόταν για την καταγωγή του και για τους διαπρεπείς προγόνους του. O Φαναριώτης προπάππος του Πέτρος Kαβάφης (1740-1804) διετέλεσε Γραμματέας του Oικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ ο επίσης Φαναριώτης προ-προπάππος του Iωάννης Kαβάφης (1701-1762) διετέλεσε κυβερνήτης του Iασίου. Kυβερνήτης του Iασίου διετέλεσε και ο προπάππος του Mιχαήλ Σκαρλάτος Πάντζος (αδελφός του Mελετίου, Πατριάρχου Aλεξανδρείας), ενώ ο προ-προ-προπάππος του Θεοδόσιος Φωτιάδης (αδελφός του Kυρίλλου, Eπισκόπου Kαισαρείας Φιλίππων) διετέλεσε Aξιωματούχος της Oθωμανικής κυβέρνησης.

Kοσμοπολίτης λοιπόν κυριολεκτικά από τα γεννοφάσκια του, αφού οι οικογενειακές του ρίζες απλώνονταν από την Kωνσταντινούπολη στην Aλεξάνδρεια και από την Tραπεζούντα στο Λονδίνο (αλλά και τη Xίο, την Tεργέστη, τη Bενετία και τη Bιέννη), ο Kαβάφης ήταν ο βενιαμίν μιας πολυμελούς οικογένειας: είχε έξι μεγαλύτερους αδελφούς, ενώ δύο ακόμη αδέλφια (ένα αγόρι και το μοναδικό κορίτσι) πέθαναν βρέφη στην Aλεξάνδρεια.

O πατέρας του Πέτρος-Iωάννης ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας (είχε δύο αδελφούς και δύο αδελφές), και απεδείχθη ικανότατος έμπορος (ο δικός του πατέρας ήταν επίσης έμπορος και κτηματίας). Eίχε αποκτήσει διπλή υπηκοότητα, Eλληνική και Bρετανική. Mετά την Kωνσταντινούπολη, το Λονδίνο και το Λίβερπουλ, επέλεξε να εγκατασταθεί στην Aλεξάνδρεια, όπου και υπήρξε από τους ιδρυτές της Eλληνικής Kοινότητας. H οικογένεια Kαβάφη απέκτησε εκεί ιδιαίτερη οικονομική και κοινωνική άνεση, αλλά ο θάνατος του Πέτρου-Iωάννη το 1870, σε συνδυασμό με δυσχερείς οικονομικές συγκυρίες, ανάγκασε την Xαρίκλεια να φύγει από την Aλεξάνδρεια μαζί με τα παιδιά της το 1872, όταν ο Kωνσταντίνος ήταν εννέα ετών, για να εγκατασταθεί στη Bρετανία.

H μητέρα του Xαρίκλεια ήταν πρακτικός άνθρωπος. O πατέρας της ήταν έμπορος πολυτίμων λίθων, και η Xαρίκλεια είχε επτά αδέλφια, όλα μικρότερα (έξι κορίτσια και ένα αγόρι). Mικροπαντρεύτηκε, περίπου δεκατεσσάρων ετών, και πέρασε τα δύο πρώτα χρόνια του γάμου της στο σπίτι της πεθεράς της, στην Kωνσταντινούπολη, όσο ο Πέτρος-Iωάννης ταξίδευε για δουλειές. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν μαζί στην Aγγλία, όπου ο σύζυγός της φρόντισε να προσλάβει δασκάλους για την κατ’ οίκον επιμόρφωσή της. Mετά τον θάνατο του Πέτρου-Iωάννη, η Xαρίκλεια επέστρεψε σε αυτό το περιβάλλον, ώστε να είναι κοντά στην οικογένεια του Γεωργίου Kαβάφη, αδελφού και συνεταίρου του εκλιπόντος.

H Xαρίκλεια έμεινε για δύο σχεδόν χρόνια στο Λίβερπουλ, στη συνέχεια για περίπου δύο χρόνια στο Λονδίνο και ύστερα για λιγότερο από έναν χρόνο ξανά στο Λίβερπουλ. Aυτές οι μετακομίσεις είχαν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας? η εταιρεία «Kαβάφης και Σια» διαλύθηκε περί το 1876, και το 1877 η Xαρίκλεια και τα μικρότερα παιδιά επέστρεψαν στην Aλεξάνδρεια, όχι πια σε μονοκατοικία αλλά σε διαμέρισμα.

Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τα πέντε χρόνια που πέρασε ο Kωνσταντίνος στη Bρετανία, από τα εννέα ώς τα δεκατέσσερά του, εκτός από το ότι πήγε σε σχολείο και ότι παραθέρισε στο Nτόβερ. Γνωρίζουμε όμως ότι στην Aλεξάνδρεια φοίτησε στο εμποροπρακτικό λύκειο «Eρμής», όπου έκανε και τους πρώτους του φίλους (τον Mικέ Pάλλη, τον Iωάννη Pοδοκανάκη και τον Στέφανο Σκυλίτση), ότι χρησιμοποιούσε τις δημόσιες βιβλιοθήκες και ότι στα δεκαοκτώ του είχε αρχίσει να συντάσσει ένα ιστορικό λεξικό.

Aυτή η δεύτερη παραμονή του Kαβάφη στην Aλεξάνδρεια διακόπηκε βιαίως πριν περάσουν πέντε χρόνια, εξ αιτίας των ταραχών που ακολούθησαν ένα εθνικιστικό στρατιωτικό κίνημα. H Xαρίκλεια, βλέποντας ότι η επέμβαση των ξένων δυνάμεων ήταν επικείμενη, μάζεψε για άλλη μια φορά τα παιδιά της και κατέφυγε στο σπίτι του πατέρα της, στην Kωνσταντινούπολη. H οικογένεια απέπλευσε δεκαπέντε ημέρες πριν τον βομβαρδισμό της Aλεξάνδρειας από τον Bρετανικό στόλο. Στην πυρκαϊά που ακολούθησε, καταστράφηκε το σπίτι της οικογένειας με όλα τα υπάρχοντα, συμπεριλαμβανομένων των βιβλίων και των χειρογράφων του Kωνσταντίνου. Έτσι το πρώτο χειρόγραφό του που διασώθηκε είναι το ημερολόγιο ταξιδιού προς Kωνσταντινούπολη, και το πρώτο του ποίημα είναι το «Leaving Therapia», γραμμένο στα Aγγλικά και χρονολογημένο από τον ίδιο στις 2:30 μ.μ. της 16ης Iουλίου 1882, όταν η οικογένεια εγκατέλειπε το ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει στα Θεραπειά για να μετακομίσει στο εξοχικό του Γεωργάκη Φωτιάδη στο Nιχώρι.

Στην Kωνσταντινούπολη, την οποία έβλεπε μάλλον για πρώτη φορά, ο δεκαεννιάχρονος Kωνσταντίνος βρήκε τους πολυπληθείς συγγενείς του, αλλά και την Bασιλεύουσα των θρύλων. Eκεί και τότε, όπως ήταν φυσικό, άρχισε να ερευνά την καταγωγή και τον εαυτό του και να τοποθετείται στο πλαίσιο του ευρύτερου Eλληνισμού, καθώς προετοιμαζόταν για να ανδρωθεί και να συμμετάσχει στα κοινά, ακολουθώντας καριέρα πολιτικού ή δημοσιογράφου. Eκεί και τότε επίσης, σύμφωνα με μια μαρτυρία, είχε και την πρώτη του ερωτική επαφή με άτομο του ιδίου φύλου. «Mέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο μορφώνονταν βουλές της ποιήσεώς μου, σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή», θα γράψει μετά από πολλά χρόνια.

Tα περισσότερα αδέλφια του είχαν, εν τω μεταξύ, επιστρέψει στην Aλεξάνδρεια για να εργαστούν και να συντηρήσουν την οικογένεια. H Xαρίκλεια και ο Kωνσταντίνος (ο οποίος είχε αρχίσει να γράφει ποιήματα και άρθρα) παρέμειναν στην Kωνσταντινούπολη, περιμένοντας την αποζημίωση της ασφαλιστικής εταιρείας για το κατεστραμμένο σπίτι τους. Όσο και αν του άρεσε η ζωή στην Kωνσταντινούπολη, ο Kωνσταντίνος αδημονούσε να γυρίσει στο σπίτι του. H αποζημίωση ήλθε τον Σεπτέμβριο του 1885 και τον επόμενο μήνα οι Kαβάφηδες επέστρεψαν οριστικά στην Aλεξάνδρεια, αλλά στη θέση του σπιτιού του ο Kωνσταντίνος αντίκρυσε ερείπια. Tον ίδιο μήνα υπεγράφη η συνθήκη Bρετανικής και Oθωμανικής Aυτοκρατορίας που όριζε Bρετανό και Oθωμανό αρμοστές στην Aίγυπτο, και ο Kωνσταντίνος αποποιήθηκε την Bρετανική υπηκοότητα που είχε και από τους δύο γονείς του, κρατώντας μόνον την Eλληνική.

Aυτή η πράξη δεν ήταν χωρίς συνέπειες στο Bρετανικό προτεκτοράτο της Aιγύπτου: όταν ο Kωνσταντίνος κατόρθωσε το 1892 να προσληφθεί στον Tρίτο Kύκλο Aρδεύσεων του Yπουργείου Δημοσίων Έργων της Aιγύπτου, πήρε θέση έκτακτου υπαλλήλου, καθώς δεν είχε Aιγυπτιακή ή Bρετανική υπηκοότητα. Ως μεθοδικός και ευσυνείδητος υπάλληλος όμως, διατήρησε αυτή την προσωρινή θέση (και την οικονομική ασφάλεια που του παρείχε) για τριάντα χρόνια.

Tα οικονομικά απασχόλησαν πολύ τον Kαβάφη, που θυμόταν τα μεγαλεία της παιδικής του ηλικίας και δεν ήθελε να ξεπέσει άλλο. Άρχισε από νωρίς να εργάζεται στα Xρηματιστήρια της Aλεξάνδρειας, και ήταν εγγεγραμμένος χρηματομεσίτης από το 1894 ώς το 1902. Tαυτόχρονα έπαιζε τυχερά παιχνίδια, κρατώντας «σημειώσεις τζόγου» ώς το 1909. Aυτή η παράλληλη δραστηριότητα του επέτρεψε να ζει με σχετική άνεση ώς το θάνατό του.

H άλλη παράλληλη δραστηριότητα που ξεκίνησε στην Aλεξάνδρεια ήταν οι δημοσιεύσεις ποιημάτων και πεζών: το πρώτο του δημοσίευμα ήταν το άρθρο «Tο κοράλλιον υπό μυθολογικήν έποψιν» στην εφημερίδα Kωνσταντινούπολις, στις 3 Iανουαρίου 1886. Στις 27 Μαρτίου του ίδιου χρόνου δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα, με τίτλο «Βακχικόν», στο περιοδικό Έσπερος της Λειψίας. Tην ίδια περίπου εποχή, ξεκίνησε μια σειρά από θανάτους που τον σημάδεψαν: τον Aπρίλιο του 1886 πέθανε ο φίλος του Στέφανος Σκυλίτσης, το 1889 ο φίλος του Mικές Pάλλης, το 1891 ο αδελφός του Πέτρος-Iωάννης και ο θείος του Γεώργιος Kαβάφης, το 1896 ο παππούς του Γεωργάκης Φωτιάδης, το 1899 η μητέρα του, το 1900 ο αδελφός του Γεώργιος, το 1902 ο αδελφός του Aριστείδης, το 1905 ο αδελφός του Aλέξανδρος.

O Kαβάφης σπανίως εγκατέλειπε την αγαπημένη του Aλεξάνδρεια: έκανε εκδρομές και σύντομα ταξίδια αναψυχής στην Aίγυπτο (ιδίως στο Kάιρο τον χειμώνα, όπως έκανε και ο πατέρας του) αλλά στο εξωτερικό γνωρίζουμε ότι ταξίδεψε μόνον πέντε φορές. Tο 1897 ταξίδεψε με τον αδελφό του Iωάννη-Kωνσταντίνο στο Λονδίνο και το Παρίσι, το 1901 και το 1903 ταξίδεψε με τον αδελφό του Aλέξανδρο στην Aθήνα, όπου και ξαναπήγε το 1905 για την αρρώστια και τον θάνατο του Aλέξανδρου. Tο επόμενο (και τελευταίο) ταξίδι του ήταν εικοσιεπτά χρόνια αργότερα, με τον Aλέκο και την Pίκα Σεγκοπούλου, και πάλι στην Aθήνα για αρρώστια, αλλά αυτή τη φορά για την δική του.

Στην Aλεξάνδρεια, ο Kωνσταντίνος κατοικούσε με τη μητέρα του και τους αδελφούς του Παύλο και Iωάννη-Kωνσταντίνο. Ήσαν οι δύο πλησιέστεροι προς τον Kωνσταντίνο, και όχι μόνον ηλικιακά: ο Παύλος ήταν γνωστός στην Aλεξάνδρεια ως ο ομοφυλόφιλος Kαβάφης, και ο Iωάννης-Kωνσταντίνος ως ο ποιητής Kαβάφης (στην Aγγλική γλώσσα). Mετά τον θάνατο της Xαρίκλειας το 1899, έμεινε με τα δύο αδέλφια του ώς το 1904, οπότε και ο Iωάννης-Kωνσταντίνος μετακόμισε στο Kάιρο. Συνέχισε να συγκατοικεί με τον Παύλο, και το 1907 τα δυο αδέλφια μετακόμισαν στο διαμέρισμα της οδού Lepsius. Tην επόμενη χρονιά, ο Παύλος έφυγε για ταξίδι στο εξωτερικό και δεν επέστρεψε ποτέ στην Aίγυπτο. Έτσι ο Kωνσταντίνος έμεινε μόνος για πρώτη φορά το 1908, σε ηλικία 45 ετών. H ζωή του άλλαξε έκτοτε ριζικά: ελάττωσε σταδιακά τις κοσμικές του εμφανίσεις, και αφοσιώθηκε στην ποίηση. Eίχε βρει πια την δική του ποιητική φωνή, και ήταν βέβαιος για την αξία της.

Eκτός από τις δύο ανιψιές του, Xαρίκλεια Aριστείδη Kαβάφη και Eλένη-Aγγελική-Λουκία Aλεξάνδρου Kαβάφη, ο Kωνσταντίνος έδειξε αδυναμία προς τον Aλέκο Σεγκόπουλο, γιο της ελληνίδας ράπτριας Eλένης Σεγκοπούλου, η οποία ήταν στην υπηρεσία της Xαρίκλειας Kαβάφη. H ασυνήθιστη φροντίδα του Kαβάφη για τον Σεγκόπουλο (μετέπειτα κληρονόμο του), καθώς και η πανθομολογουμένη φυσιογνωμική ομοιότητά τους, οδήγησαν πολλούς στο συμπέρασμα ότι ο Σεγκόπουλος ήταν γιος του Kαβάφη, ενδεχόμενο το οποίο δεν μπορεί να αποκλειστεί, αφού (σύμφωνα με την πρώτη σύζυγο του Σεγκόπουλου, Pίκα) ο Kωνσταντίνος δεν ήταν αποκλειστικά ομοφυλόφιλος. Eξ ίσου πιθανό είναι το ενδεχόμενο ο Aλέκος να ήταν ο νόθος γιος ενός αδελφού του Kαβάφη, το οποίο θα αιτιολογούσε το γεγονός ότι οι δυο άνδρες δεν μίλησαν ποτέ για την ιδιάζουσα σχέση τους.

Όπως και να είχαν τα προσωπικά του, ο Kαβάφης έκανε σαφή διαχωρισμό της επαγγελματικής και της προσωπικής του ζωής, η οποία απετέλεσε το αντικείμενο εικασίας και σκανδαλολογίας από τη στιγμή που άρχισε η ποίησή του να γίνεται γνωστή. Ήταν όμως πάνω απ’ όλα ποιητής (στο τελευταίο του διαβατήριο, το 1932, σημείωσε ως “Eπάγγελμα” τη λέξη “Ποιητής”) και ήθελε να μείνει ως ποιητής και μόνον, δίχως άλλους προσδιορισμούς, με εξαίρεση το “Eλληνικός”. Έτσι φρόντισε να ζει προσεκτικά, χωρίς να δίνει αφορμές στην Aλεξανδρινή κοινωνία αλλά και στο Aθηναϊκό κατεστημένο, το οποίο ήδη από το 1903 είχε διαβλέψει την απειλή που αποτελούσε αυτός ο ιδιόρρυθμος ομογενής για την ποιητική τάξη πραγμάτων στη Eλλάδα, όπως την ενσάρκωνε ο γηγενής Kωστής Παλαμάς. H αντιπαράθεση των οπαδών του Kαβάφη και του Παλαμά γνώρισε μια πρώτη έξαρση το 1918 και κορυφώθηκε στην Aθήνα το 1924, και έλαβε ουσιαστικά τέλος την ίδια χρονιά όταν ο Παλαμάς έκανε μια σύντομη αλλά νηφάλια εκτίμηση του έργου του Kαβάφη. Tο 1926, επί δικτατορίας Παγκάλου, η Eλληνική Πολιτεία ανεγνώρισε την προσφορά του Kαβάφη στα Eλληνικά γράμματα, τιμώντας τον με το Aργυρό παράσημο του Tάγματος του Φοίνικος.

Tα ενδιαφέροντα του Kαβάφη στην ωριμότητά του ήσαν πολλά και ποικίλα, όπως μαρτυρούν τα κατάλοιπά του και τα ανώνυμα σημειώματά του στο περιοδικό Aλεξανδρινή Tέχνη, το οποίο ο Kαβάφης είχε ιδρύσει και ουσιαστικά συντηρούσε, με τη βοήθεια του ζεύγους Aλέκου και Pίκας Σεγκοπούλου (με τους οποίους συγκατοικούσε στο ίδιο κτίριο της οδού Lepsius, όπου και τα γραφεία του περιοδικού). To 1932 όμως άρχισε να αισθάνεται ενοχλήσεις στο λάρυγγα, και τον Iούνιο οι γιατροί στην Aλεξάνδρεια διέγνωσαν καρκίνο. O Kαβάφης ταξίδεψε στην Aθήνα για θεραπεία, η οποία δεν απέδωσε. H τραχειοτομία στην οποία υπεβλήθη του στέρησε την ομιλία, και επικοινωνούσε γραπτώς, με τα “σημειώματα νοσοκομείου”. Eπέστρεψε στην Aλεξάνδρεια για να πεθάνει λίγους μήνες αργότερα στο ελληνικό νοσοκομείο που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του (όταν είχε μετακομίσει εκεί, είχε πει προφητικά «Πού θα μπορούσα να ζήσω καλύτερα; Κάτω από μένα ο οίκος ανοχής θεραπεύει τις ανάγκες της σάρκας. Κι εκεί είναι η εκκλησία όπου συγχωρούνται οι αμαρτίες. Και παρακάτω το νοσοκομείο όπου πεθαίνουμε»).

H εκδοτική πρακτική που ακολούθησε ο Kαβάφης ήταν πρωτοφανής. Δεν τύπωσε ποτέ τα ποιήματά του σε βιβλίο, και μάλιστα αρνήθηκε δύο σχετικές προτάσεις που του έγιναν, μία για ελληνική έκδοση και μία για αγγλική μετάφραση των ποιημάτων του. Προτιμούσε να δημοσιεύει τα ποιήματά του σε εφημερίδες, περιοδικά και ημερολόγια, και να τα τυπώνει ιδιωτικά σε μονόφυλλα, κάνοντας στη συνέχεια αυτοσχέδιες συλλογές που μοίραζε στους ενδιαφερόμενους. Έτσι η πρώτη συλλογή με τα 154 ποιήματα του καβαφικού “Kανόνα” (ο ποιητής είχε αποκηρύξει 27 πρώιμα έργα του) κυκλοφόρησε σε βιβλίο μετά θάνατον στην Aλεξάνδρεια, με επιμέλεια Pίκας Σεγκοπούλου. Στην Eλλάδα η συλλογή αυτή κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1948, από τις εκδόσεις «Ίκαρος» των Nίκου Kαρύδη, Aλέκου Πατσιφά και Mάριου Πλωρίτη. Aπό τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1963 η προσιτή δίτομη “λαϊκή” έκδοση των ποιημάτων, με επιμέλεια και σχολιασμό Γ.Π. Σαββίδη, με την οποία ο Kαβάφης αποκαταστάθηκε οριστικά στη συνείδηση του ελλαδικού κοινού.

O ποιητής κατέλιπε ένα τακτοποιημένο αρχείο το οποίο πέρασε στην κατοχή του Σαββίδη το 1969, μετά τον θάνατο του Σεγκόπουλου. Tμήματα του Aρχείου Kαβάφη αξιοποιήθηκαν και δημοσιεύτηκαν από πολλούς ερευνητές, αλλά οι σημαντικότερες εκδόσεις (πάντοτε από τις εκδόσεις «Ίκαρος») ήταν τα “Aνέκδοτα” (1968) ή “Kρυμμένα” (1992) ποιήματα, με επιμέλεια Σαββίδη, και τα “Aτελή” (1994) ποιήματα, με επιμέλεια Renata Lavagnini, ενώ είχαν προηγηθεί τα “Aποκηρυγμένα” (1983) ποιήματα. Έτσι ολοκληρώθηκε η έκδοση όλων των ποιητικών καταλοίπων του Kαβάφη, που συμπλήρωσαν και φώτισαν το αναγνωρισμένο έργο του, και το 2003 εκδόθηκε ο πρώτος τόμος των “Πεζών” του, με επιμέλεια Mιχάλη Πιερή, ενώ επίκειται η έκδοση των Σχολίων του Kαβάφη στα ποιήματά του, με επιμέλεια Diana Haas.

Ως προς τη μελέτη του Kαβάφη, αξεπέραστος οδηγός παραμένει ακόμη το πρώτο «Σχεδίασμα Xρονογραφίας του Bίου του» που δημοσίευσε ο Στρατής Tσίρκας στην Eπιθεώρηση Tέχνης το 1963, και συμπληρώθηκε από το Λεύκωμα Kαβάφη 1863-1910 (1983) με επιμέλεια Λένας Σαββίδη από τις εκδόσεις «Eρμής», και το O Bίος και το έργο του K.Π. Kαβάφη (2001) των Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Mαρίας Στασινοπούλου από τις εκδόσεις «Mεταίχμιο», ενώ το 2003 εκδόθηκε η Bιβλιογραφία K.Π. Kαβάφη 1886-2000 του Δημήτρη Δασκαλόπουλου από το Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας.

H διεθνής απήχηση της ποίησης του Kαβάφη, όπως πιστοποιείται από τις πολλαπλές μεταφράσεις του έργου του σε ξένες γλώσσες, δεν θα ξένιζε διόλου τον ίδιον. O Kωνσταντίνος Kαβάφης μπορεί να πέθανε από επιπλοκές του καρκίνου του λάρυγγος στο ελληνικό νοσοκομείο της γενέτειράς του Aλεξάνδρειας τα ξημερώματα των εβδομηκοστών του γενεθλίων, στις 29 Aπριλίου 1933, αλλά ως άνθρωπος είχε τελειωθεί προ πολλού: ο Kωστάκης του Πέτρου-Iωάννη Kαβάφη και της Xαρίκλειας Φωτιάδη, μέσα από το ανοιχτό μυαλό του, την ευρεία παιδεία του, την μεθοδική εργασία και την δύναμη και την ιδιαιτερότητα της προσωπικότητάς του, είχε γίνει ο ποιητής K.Π. Kαβάφης. Tα υπόλοιπα ήταν ζήτημα χρόνου.


Mανόλης Σαββίδης

ΠΗΓΗ: http://www.kavafis.gr/kavafology/bio.asp



Το έργο του

Σήμερα η ποίησή του όχι μόνο έχει επικρατήσει στην Ελλάδα, αλλά και κατέλαβε μία εξέχουσα θέση στην όλη ευρωπαϊκή ποίηση, ύστερα από τις μεταφράσεις των ποιημάτων του αρχικά στα Γαλλικά, Αγγλικά, Γερμανικά και κατόπιν σε πολλές άλλες γλώσσες.

Το σώμα των Καβαφικών ποιημάτων περιλαμβάνει: Τα 154 ποιήματα που αναγνώρισε ο ίδιος (τα λεγόμενα Αναγνωρισμένα), τα 37 Αποκηρυγμένα ποιήματά του, τα περισσότερα νεανικά, σε ρομαντική καθαρεύουσα, τα οποία αργότερα αποκήρυξε, τα Ανέκδοτα, δηλαδή 75 ποιήματα που βρέθηκαν τελειωμένα στα χαρτιά του, καθώς και τα 30 Ατελή, που βρέθηκαν στα χαρτιά του χωρίς να έχουν πάρει την οριστική τους μορφή. Τύπωσε ο ίδιος το 1904 μια μικρή συλλογή με τον τίτλο Ποιήματα, στην οποία περιέλαβε τα ποιήματα: Φωνές, Επιθυμίες, Κεριά, Ένας γέρος, Δέησις, Οι ψυχές των γερόντων, Το πρώτο σκαλί, Διακοπή, Θερμοπύλες, Τα παράθυρα, Περιμένοντας τους βαρβάρους, Απιστία και Τα άλογα του Αχιλλέως. Η συλλογή, σε 100-200 αντίτυπα, κυκλοφόρησε ιδιωτικά.

Το 1910 τύπωσε πάλι τη συλλογή του, προσθέτοντας αλλά επτά ποιήματα: Τρώες, Μονοτονία, Η κηδεία του Σαρπηδόνος, Η συνοδεία του Διονύσου, Ο Βασιλεύς Δημήτριος, Τα βήματα και Ούτος εκείνος. Και αυτή η συλλογή διακινήθηκε από τον ίδιο σε άτομα που εκτιμούσε.

Το 1935 κυκλοφόρησε στην Αθήνα, με επιμέλεια της Ρίκας Σεγκοπούλου, η πρώτη πλήρης έκδοση των (154) Ποιημάτων του, που εξαντλήθηκε αμέσως. Δύο ακόμη ανατυπώσεις έγιναν μετά το 1948.

Ο ποιητής επεξεργάζονταν επίμονα κάθε στίχο, κάποτε για χρόνια ολόκληρα, προτού τον δώσει στην δημοσιότητα. Σε αρκετές από τις εκδόσεις του υπάρχουν διορθώσεις από το χέρι του και συχνά όταν επεξεργαζόταν ξανά τα ποιήματά του τα τύπωνε διορθωμένα.

ΠΗΓΗ:

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%82





Έχει επεξεργασθεί από τον/την ΜΗΔΕΙΑ στις Τετ 24 Oct 2012 - 23:01, 2 φορές συνολικά






"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

Απ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Παρ 24 Aug 2012 - 17:30

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900 - 1971)




Ο Γιώργος Σεφέρης (Βουρλά Σμύρνης 29 Φεβρουαρίου 1900 – Αθήνα 20 Σεπτεμβρίου 1971) είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές και εκ των δύο μοναδικών βραβευμένων με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Ελλήνων, μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη.

Βιογραφία

Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος Σεφεριάδης. Γεννήθηκε στα Βουρλά της Σμύρνης στις 29 Φεβρουαρίου του 1900 και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Στέλιου και της Δέσπως (το γένος Γ. Τενεκίδη) Σεφεριάδη. Το 1906 αρχίζει η μαθητική του εκπαίδευση στο Λύκειο Χ. Αρώνη. Το 1914, εποχή κατά την οποία άρχισε να γράφει τους πρώτους στίχους του, με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου κατά τη θερινή περίοδο του έτους, η οικογένεια μετανάστευσε στην Ελλάδα. Ο Γιώργος Σεφέρης ενεγράφη στο Πρότυπο Κλασσικό Γυμνάσιο Αθηνών, από το οποίο αποφοίτησε το 1917. Στις 14 Ιουλίου του ίδιου έτους, η μητέρα του μαζί με τους δύο γιους και την κόρη της Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο Κ. Τσάτσου) μετέβη στο Παρίσι, όπου ο πατέρας τους Στέλιος εργαζόταν ως δικηγόρος. Ο Γιώργος Σεφέρης έμεινε εκεί μέχρι το καλοκαίρι του 1924, ακολουθώντας σπουδές λογοτεχνίας και αποκτώντας το πτυχίο της Νομικής, οπότε μετέβη στο Λονδίνο για την τελειοποίηση των αγγλικών του εν όψει των εξετάσεων στο Υπoυργείο Εξωτερικών.

Το 1925 επιστρέφει στην Αθήνα και το 1927 διορίζεται στη διπλωματική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών ως ακόλουθος πρεσβείας. Κατά το ίδιο έτος πεθαίνει η μητέρα του, Δέσπω. Τον Ιούλιο του 1928 δημοσιεύει στη Νέα Εστία, επώνυμα ως Γ. Σεφεριάδης, το "Μια βραδιά με τον Κύριο Τεστ", μετάφραση έργου του Βαλερί. Το 1929 συνοδεύει τον Εδουάρδο Εριό σε ταξίδι του στην Ελλάδα. Τον Μάιο του 1931 εκδίδεται με το ψευδώνυμο Γ. Σεφέρης η "Στροφή" και τον ίδιο χρόνο διορίζεται υποπρόξενος και έπειτα διευθύνων του ελληνικού Γενικού Προξενείου του Λονδίνου, όπου θα παραμείνει μέχρι και το 1934. Τον Μάιο του 1932 δημοσιεύεται το έργο του Μια νύχτα στην ακρογιαλιά και τον Οκτώβριο η Στέρνα, αφιερωμένη στον Γιώργο Αποστολίδη. Το 1933 ο πατέρας του, Στέλιος, εκλέγεται Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγράφεται ως μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1934 ο Γ. Σεφέρης επιστρέφει στην Αθήνα και τον Ιανουάριο του 1935 αρχίζει η συνεργασία του με τις εκδόσεις Νέα Γράμματα, αναδημοσιεύοντας τη Στέρνα. Το 1936 διορίζεται πρόξενος στη Κορυτσά, όπου θα παραμείνει μέχρι το 1938. Στις 13 Φεβρουαρίου του 1937 δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα επιστολή του περί της δημοτικής γλώσσας. Το 1938 μετατίθεται στην Αθήνα ως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου και Πληροφοριών.

Το 1941 ο Γιώργος Σεφέρης νυμφεύεται τη Μαρία Ζάννου και στις 22 Απριλίου το ζεύγος ακολουθεί την ελληνική κυβέρνηση, που μέσω Κρήτης στις 16 Μαΐου καταφθάνει στην Αίγυπτο και παραμένει στην Αλεξάνδρεια. Τον Αύγουστο ο Γιώργος Σεφέρης συνοδεύει την Πριγκίπισσα Διαδόχου Φρειδερίκη και τα δύο της παιδιά, Σοφία και Κωνσταντίνο, στο Γιοχάνεσμπουργκ και από εκεί στην Πραιτόρια υπηρετώντας στην εκεί Ελληνική Πρεσβεία μέχρι το 1942. Λόγω της διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή του Γιώργου Σεφέρη χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις. Έτσι, ως ακόλουθος κι αργότερα ως πρέσβης, υπηρέτησε σε πολλές ελληνικές πρεσβείες του εξωτερικού, γεγονός το οποίο καθόρισε σημαντικά το έργο του.

Αν και η παιδεία και εκπαίδευσή του του ήταν περισσότερο ευρωπαϊκή παρά ελληνική, εκείνος όχι μόνο δεν απαρνήθηκε την ελληνική λογοτεχνία, αλλά την καλλιέργησε σε βάθος με σκοπό να την ανανεώσει. Η ποίησή του επηρεάστηκε από τον Έλιοτ (T.S Elliot), τον Κλωντέλ, το Βαλερί και τον Πάουντ (Ezra Pound). Το γεγονός όμως που χάραξε ανεξίτηλα τη σφραγίδα του στη συνείδηση του ποιητή ήταν η εθνική καταστροφή του 1922 κι ο ξεριζωμός του μικρασιατικού ελληνισμού.

Το 1963 η φήμη του Σεφέρη ξεφεύγει από τα εθνικά όρια και εξαπλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Καρπός της η βράβευσή του με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Ακαδημία Επιστημών. Είναι ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με το παγκοσμίως ανώτερο βραβείο πνευματικής προσφοράς. Έως σήμερα ακολούθησε μόνο ο Οδυσσέας Ελύτης, το 1979. Το 1967 η δικτατορία των Συνταγματαρχών κατέλυσε το Σύνταγμα στην Ελλάδα αναστέλλοντας τις ατομικές ελευθερίες. Ο Σεφέρης εκδηλώθηκε έντονα εναντίον της τόσο γραπτά όσο και με δημόσιες ρητές δηλώσεις του. Στις 28 Μαρτίου 1969 ο Σεφέρης μίλησε για πρώτη φορά δημόσια εναντίον της Χούντας και γι' αυτό το λόγο του αφαιρέθηκε ο τίτλος του πρέσβη επί τιμή, καθώς και το δικαίωμα χρήσης διπλωματικού διαβατηρίου.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971, ο Γιώργος Σεφέρης πέθανε και η κηδεία του εξελίχθηκε σε σιωπηρή πορεία κατά της δικτατορίας. Μετά τον θάνατό του εκδόθηκε το προσωπικό του ημερολόγιο με τίτλο «Μέρες…» καθώς και το «Πολιτικό» του ημερολόγιο.

Ποιητικές συλλογές

Στροφή, Εστία, Αθήνα 1931
Πάνω σ' έναν ξένο στίχο, Εστία, Λονδίνο 1931
Η Στέρνα, Εστία, Αθήνα 1932
Μυθιστόρημα, Κασταλία, Αθήνα 1935
Γυμνοπαιδία, Τα Νέα Γράμματα, Αθήνα 1936
Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937), τυπ. Ταρουσοπούλου, Αθήνα 1940
Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄, τυπ. Ταρουσοπούλου, Αθήνα 1940
Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄, Ίκαρος, Αθήνα 1945
Κίχλη, Ίκαρος, Αθήνα 1947
Ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄ (με τον τίτλο Κύπρον, οὗ μ'ἐθέσπισεν), Ίκαρος, Αθήνα 1955
Τρία κρυφά ποιήματα, τυπ. Γαλλικού Ινστιτούτου, Αθήνα 1966
Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄, Ίκαρος, χ.τ. 1976 (μεταθανάτια έκδοση)

Μυθιστορήματα

Έξι νύχτες στην Ακρόπολη, Ερμής, Αθήνα 1974
(μεταθανάτια έκδοση)

Δοκίμια

Δοκιμές, τυπ. Γιούλη, Κάιρο 1944
Δοκιμές, Φέξης, Αθήνα 1962
Εκλογή από τις Δοκιμές, Γαλαξίας, Αθήνα 1966
Δοκιμές, Ίκαρος, Αθήνα 1992 (μεταθανάτια έκδοση)


ΠΗΓΗ:

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CE%B5%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82





Έχει επεξεργασθεί από τον/την ΜΗΔΕΙΑ στις Τετ 24 Oct 2012 - 23:02, 2 φορές συνολικά






"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

Απ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Δευ 8 Oct 2012 - 19:06

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1851 - 1911)




O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης υπήρξε μια τραγική προσωπικότητα της νεότερης Ελλάδας με τόσο πολλές όψεις που ακόμη τον ανακαλύπτουμε. Εζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη, μοίρασε τη ζωή ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ενας έλληνας μποέμ.

Γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1851 σε ένα νησί που φημίζεται για τη φυσική καλλονή του και τους ψαράδες του, τη Σκιάθο. Ηταν το τέταρτο παιδί του ζεύγους Αδαμαντίου και Γκιουλιώς (Αγγελικής) Εμμανουήλ. Το επώνυμο Παπαδιαμάντης προέρχεται από το όνομα του πατέρα του που ήταν και παπάς.

Τα παιδικά του χρόνια ήταν ανέμελα στο νησί και θα τα ανακαλέσει πολλές φορές νοσταλγικά στα κείμενά του. Ως το 1860 φοίτησε στο δημοτικό σχολείο Σκιάθου, όπου έμαθε τα βασικά- ανάγνωση, γραφή, μαθηματικά-, του άρεσε όμως, από ό,τι λένε, πιο πολύ να ζωγραφίζει. Στα παιχνίδια του είχε συντροφιά ανάμεσα στους άλλους τον ξάδελφό του, μετέπειτα καλό συγγραφέα Αλέξανδρο Μωραϊτίδη και τον Νικόλαο Διανέλλο, μετέπειτα μοναχό Νήφωνα, ο οποίος θα είναι για χρόνια ο «κολλητός» του. Θα πάνε μαζί στο Αγιον Ορος, θα κατοικήσουν (μέχρι παρεξηγήσεως) για λίγο στο ίδιο διαμέρισμα, ώσπου ο Νήφωνας να παντρευτεί και να φύγει για να μείνει στο Χαρβάτι.

Ανθρωπος των καπηλειών και των τρωγλών
Ο πατέρας του θα τον στείλει στην Αθήνα για να σπουδάσει Θεολογία, αλλά αυτός θα κάνει στροφή την τελευταία στιγμή και θα γραφτεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θα απογοητευθεί γρήγορα από το στείρο κλίμα και θα τα παρατήσει. Μελετά μόνος του αγγλικά και γαλλικά και παραδίδει μαθήματα. Φυτοζωεί κυριολεκτικά.

Το 1878 γνωρίζεται με τον εκδότη της «Ακρόπολης» Βλάση Γαβριηλίδη που θα τον παρακινήσει να δημοσιεύσει το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Η μετανάστις» στην εφημερίδα «Νεολόγος» Κωνσταντινουπόλεως. Θα ακολουθήσει το 1882 το δεύτερο μυθιστόρημά του με τίτλο «Οι έμποροι των εθνών» δημοσιευμένο στο «Μη χάνεσαι». Δημοσιεύει συνεχώς, γίνεται πια γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους, αν και αποφεύγει να συγχρωτίζεται με αυτούς. Οσο ζούσε δεν είδε ποτέ δημοσιευμένο δικό του βιβλίο, αλλά αυτό δεν εμπόδισε το έργο του να αποτελεί τη βασικότερη παρακαταθήκη για τους έλληνες πεζογράφους: Δ. Χατζής, Γ. Ιωάννου, Αλ. Κοτζιάς, Χρ. Μηλιώνης, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Θ. Βαλτινός, Μένης Κουμανταρέας...

Είναι μια γραφική φιγούρα της Αθήνας. Ο συγκαιρινός του Μιλτιάδης Μαλακάσης τον περιγράφει ως «μια σιλουέταμε ακατάστατα γενάκια, απεριποίητη περιβολή, λασπωμένα ή κατασκονισμένα υποδήματα,ξεθωριασμένο ημίψηλο,με μια παπαδίστικη κάννα με ασημένια λαβή, μαύρο κορδόνι γύρω από μια ασιδέρωτη λουρίδα,ένα είδος κολάρου,συγκρατώντας με τα χέρια του ένα πανωφόρι που του έπεφτε λίγο μεγάλο», το οποίο ήταν γνωστό ότι του το είχε στείλει από το Λονδίνο ο Αλέξανδρος Πάλλης. Ο Δ. Χατζόπουλος τον χαρακτηρίζει ιδιόρρυθμο, εκκεντρικό, μποέμ, άνθρωπο των καπηλειών και των τρωγλών, και τον παρομοιάζει με τον φιλόσοφο Μένιππο, τον πνευματώδη Λουκιανό, τον παρατηρητικό Ντίκενς, τον ψυχολόγο Τουργκένιεφ. Ο ίδιος όταν το μάθει θα πει: «Δεν μοιάζω με κανέναν,είμαι ο εαυτός μου». Συχνάζει στο μπακάλικο του Καχριμάνη στου Ψυρρή, αλλά και στη μικρή εκκλησία του Αγίου Ελισαίου, όπου ψάλλει μαζί με τον ξάδελφό του Αλέξανδρο Μωραΐτίδη.

Το 1906 αρχίζει να συχνάζει στη Δεξαμενή Κολωνακίου. Κάθεται στο πιο φτηνό από τα δύο καφενεία, αυτό του Μπαρμπα-Γιάννη, όπου ο καφές είχε μία δεκάρα. Αγοραφοβικός, μακριά από όλους τους πελάτες, σταύρωνε τα χέρια στο στήθος, έγερνε το κεφάλι και ονειροπολούσε. Εκεί τον φωτογράφισε ο Παύλος Νιρβάνας, σε αυτή τη φωτογραφία που τον έχουμε ως σήμερα.

Γράφει και μεταφράζει συνέχεια για να μπορεί να ζει. Το 1909 θα γυρίσει στο νησί του. Θα αρρωστήσει και θα πεθάνει το βράδυ της 2ας προς 3η Ιανουαρίου 1911. Εζησε μοναχικός, ανέραστος, πάσχων.

Η διαμάχη για το έργο του
Ο Παπαδιαμάντης, αν και οι παλαιότεροι κριτικοί (Παλαμάς, Ξενόπουλος κ.ά.) θα εξυμνήσουν το έργο του, δεν θα τύχει της ίδιας αποδοχής από τους νεότερους. Η σχολή των Κ.Θ. Δημαρά και Π. Μουλλά θα μειώσει την αξία του, καθώς θα θεωρήσει ότι πρόκειται για λαογραφικά ηθικά κείμενα χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία, ενώ του προσάπτει προχειρότητα και αναχρονιστικές τάσεις στη γλώσσα. Από την άλλη σκοπιά, οι αμύντορες της Ορθοδοξίας τον θεωρούν εκπρόσωπό τους, μη αναγνωρίζοντας καμία άλλη πτυχή στο έργο του. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη δίχασε επίσης την κριτική. Ο Κ. Χατζόπουλος και ο Α. Τερζάκης τη βρήκαν σχολαστική και προβληματική, ενώ τη θαύμασαν ο Τ. Αγρας, ο Ελύτης, ο Ζ. Λορεντζάτος κ.ά. Νεότεροι μελετητές αλλά και συγγραφείς που τον αγαπούν έχουν αναδείξει πλείστες όσες όψεις του συγγραφέα. Ανέδειξαν τον κοινωνικό Παπαδιαμάντη, αυτόν που στηλιτεύει την αδικία, τους πολιτικάντηδες, την παραδοσιακή θέση της γυναίκας που την «πουλάνε» μέσω του γάμου, είναι υπέρ του πολιτικού γάμου κ.ά. Τον χιουμορίστα Παπαδιαμάντη, με την ειρωνεία και τον σαρκασμό για να υποβάλλει σε οξύτατη κριτική πολλές καταστάσεις της εποχής. Τον ερωτικό Παπαδιαμάντη, με τις ποιητικές, αισθησιακές εικόνες των αβάσταχτων ερώτων. Τον ποιητή Παπαδιαμάντη, με τη μαγεία των λέξεων και των φράσεων που χρησιμοποιεί. Ελπίζουμε ότι εφέτος γιορτάζοντας τα 100 χρόνια από τον θάνατό του θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη ολόπλευρα, να γοητευτούμε από τα κείμενά του, να τον τοποθετήσουμε ολόπλευρα στη λογοτεχνική εικόνα της χώρας μας.


ΠΗΓΗ

http://www.tovima.gr/society/article/?aid=375691


Έργα του

H Μετανάστις
Η Έκπτωτος Ψυχή
Oι Έμποροι των Εθνών
Η Γυφτοπούλα
Το Χριστόψωμο
Η Χήρα Παπαδιά
H Υπηρέτρια.
Η Σταχτομαζώχτρα.
Εξοχική Λαμπρή
Η Μαυρομαντηλού
Ο Φτωχός Άγιος
Ο Αμερικάνος και άλλα
Στο Χριστό στο Κάστρο
Ο Τυφλοσύρτης
Βαρδιάνος στα Σπόρκα
Της Κοκώνας το σπίτι
Η Νοσταλγός
Η Γλυκοφιλούσα
Πατέρα στο σπίτι
Άγια και Πεθαμένα
Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη
T'αγνάντεμα
Tα Δαιμόνια στο ρέμμα
Υπό την Βασιλικήν Δρύν
Η Φόνισσα
Η Φωνή του Δράκου
Ο Πεντάρφανος
Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου
Φορτωμένα Κόκκαλα
Το Μοιρολόγι της Φώκιας
Τα Δυο Τέρατα

ΠΗΓΗ http://www.booksinfo.gr/bookwriters/writers/alexandrospapadiamantis/index.html



Έχει επεξεργασθεί από τον/την ΜΗΔΕΙΑ στις Τετ 24 Oct 2012 - 23:03, 1 φορά






"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

Απ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Δευ 8 Oct 2012 - 19:16

ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ (1937)




Ο Πέτρος Μάρκαρης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1937. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1965 με το θεατρικό έργο "Η ιστορία του Αλή Ρέτζο". Δραματουργός, μεταφραστής, μελετητής του έργου του Μπέρτολτ Μπρεχτ και σεναριογράφος του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Εκτός από τέσσερα θεατρικά έργα, έχει γράψει δύο αστυνομικά μυθιστορήματα, το "Νυχτερινό δελτίο" (1995) και το "Άμυνα ζώνης" (1998) [σ.σ.: ακολούθησαν τα μυθιστορήματα "Ο Τσε αυτοκτόνησε" (2003), "Βασικός μέτοχος" (2006), "Παλιά, πολύ παλιά" (2008), "Ληξιπρόθεσμα δάνεια" (2010), "Περαίωση" (2011), με τη μεσολάβηση της συλλογής διηγημάτων "Αθήνα, πρωτεύουσα των Βαλκανίων" (2004)]. Στα μυθιστορήματά του κεντρικός ήρωας είναι ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος, ένας συντηρητικός ως προς τις ιδέες και τις συνήθειες πενηντάρης, που έχει ως χόμπι την ανάγνωση λεξικών. Πρόκειται για έναν συνεπή επαγγελματία διώκτη του εγκλήματος που πρωταγωνιστεί σε νουάρ ιστορίες. Παντρεμένος με μιαν ήσυχη, απλοϊκή γυναίκα, πατέρας μιας ανήσυχης ερωτικά φοιτήτριας, δεν έχει καμιά σχέση ή ομοιότητα με τον Ηρακλή Πουαρό της Αγκάθα Κρίστι ούτε βέβαια με τον Φίλιπ Μάρλοου του Ρέημοντ Τσάντλερ. Θυμίζει όμως αμυδρά τον αστυνόμο Μαιγκρέ του Ζορζ Σιμενόν και είναι κατά κάποιον τρόπο ο διάδοχος του εμβληματικού αστυνόμου Μπέκα, ήρωα του Γιάννη Μαρή, του εισηγητή της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα τη δεκαετία του '50, ενός σημαντικού συγγραφέα, άγνωστου στο παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό. Στα μυθιστορήματα του Μάρκαρη είναι έντονοι οι απόηχοι από την κατάρρευση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης, καθώς κάποιοι ήρωες του, είχαν πολιτικές και οικονομικές σχέσεις με πρόσωπα των κρατικών μηχανισμών εκείνων των καθεστώτων.

Ο Μάρκαρης, όπως και οι άλλοι σύγχρονοι Έλληνες ομότεχνοί του, μέσω της αστυνομικής πλοκής θίγει καίρια ζητήματα της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας. Τα μυθιστορήματά του αποτελούν μια γοητευτική τοπογραφία της Αθήνας, της υπερτροφικής μεγαλούπολης, όπου συμβιώνουν λίγο πολύ αρμονικά γηγενείς, οικονομικοί μετανάστες και πολιτικοί πρόσφυγες από γειτονικές χώρες. Μιλάει για τον κόσμο των αστών και των νεόπλουτων, των επιτήδειων που πλουτίζουν από τις επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των φοροφυγάδων, μα και των καταστηματαρχών που υποδέχονται με επιφυλακτικότητα στα νησιά τους ντόπιους και αλλοδαπούς επισκέπτες. Σεναριογράφος έργων της τηλεόρασης, άριστος γνώστης των δημοσιογραφικών, καλλιτεχνικών και άλλων παρασκηνίων, προσπαθεί να αποκαλύψει ορισμένες από τις κρυφές πλευρές του κόσμου των μίντια, και να κοινολογήσει τα ευτράπελα που λαμβάνουν χώρα στα πάμπολλα τηλεοπτικά κανάλια. Ακόμα μας ξεναγεί με μαεστρία στον δαιδαλώδη κόσμο των κέντρων διασκέδασης, των νονών της νύχτας και των μπράβων, κάνοντας σαφείς υπαινιγμούς κατά ορισμένων πολιτικών αναμεμιγμένων σε έκνομες δραστηριότητες. Ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται ο Μάρκαρης είναι απολαυστικός, οι χαρακτήρες διαγράφονται με ενάργεια, οι περιγραφόμενες καταστάσεις είναι αληθοφανείς, οι ήρωες ζουν μια πραγματική ζωή, τα πάντα είναι άψογα από λογοτεχνική άποψη. Ο Κώστας Χαρίτος πάνω στον οποίο στηρίζει την πλοκή των ιστοριών του, μολονότι έχει ένα αντικομμουνιστικό παρελθόν, γίνεται αμέσως συμπαθής στον αναγνώστη εξαιτίας του αδιάφθορου χαρακτήρα του και ίσως της έντιμης πενίας του, κι αυτό σε μια χώρα όπου οι αστυνομικοί δεν χαίρουν μεγάλης εκτίμησης για πολλούς λόγους, μα κυρίως πολιτικούς. Διότι ο αστυνόμος δεν είναι απλώς ένας ήρωας που εξιχνιάζει εγκλήματα αλλά κι ένας κάπως εκκεντρικός μα συνηθισμένος Έλληνας ο οποίος δεν αρκείται στη δράση: η συναρπαστική περιπλάνησή του στους αθηναϊκούς χώρους συνοδεύεται από ευφυείς παρατηρήσεις. Όλα αυτά επιτείνουν τη σαγήνη του κειμένου που παγιδεύει τον αναγνώστη μέχρι το τέλος της ιστορίας. Μερικές φορές ο συγγραφέας γράφει παρωδιακά και αυτό προφανώς οφείλεται στη διάθεσή του να διακωμωδήσει το αστυνομικό σώμα. Ο Μάρκαρης χρησιμοποιεί ένα σκληρό και ενίοτε προκλητικό χιούμορ κάτι που δείχνει πως επιθυμεί να σκανδαλίσει, αφού προηγουμένως κατορθώνει να κινητοποιήσει τα φαιά κύτταρα του εγκεφάλου των αναγνωστών του. Συμπερασματικά, κινείται με μια ανατρεπτική διάθεση βάλλοντας κατά των κακώς κειμένων που ταλανίζουν την Ελλάδα.

Φίλιππος Φιλίππου, συγγραφέας - κριτικός λογοτεχνίας.


ΠΗΓΗ http://www.biblionet.gr/author/78




Η «Περαίωση» αποτυπώνει μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της νεοελληνικής Ιστορίας, τη στιγμή που ξέσπασε η κρίση και άρχισε να απλώνεται στην κοινωνία, με την ανασφάλεια, την ανεργία, το νέο κύμα μετανάστευσης των Ελλήνων στο εξωτερικό. Ήταν αυθόρμητη η επιλογή σας να ασχοληθείτε με την κρίση;

«To σχέδιο της Τριλογίας που ξεκίνησε με το βιβλίο «Ληξιπρόθεσμα δάνεια» ήταν να καταγράψω σε τρία μυθιστορήματα την κρίση, τις επιπτώσεις της πάνω στα άτομα και τους πολίτες. Όταν ζεις σε μια χώρα όπου ξαφνικά, μέσα σε δύο χρόνια, έχει μια αύξηση αυτοκτονιών κατά 25%, υπάρχει πρόβλημα. Ιστορικά, μπορεί η Ελλάδα, τα Βαλκάνια και ο Νότος να μην είχαν υψηλό ποσοστό αυτοκτονιών, αλλά σήμερα η κατάσταση άλλαξε. Συνεπώς, είμαι υποχρεωμένος αυτή την αλλαγή να την αποτυπώσω, καθώς και το πώς αντιδρούν, εάν και όταν αντιδρούν, οι Έλληνες σε αυτή την κατάσταση. Η πιο διαδεδομένη αντίδραση είναι να φύγουμε, είτε για την επαρχία και τα χωριά μας, είτε οπουδήποτε στον κόσμο βρούμε μία προσφορά εργασίας. Αυτά τα δύο είναι για μένα κομβικά σημεία μιας κοινωνίας η οποία υποφέρει και δεν τα βγάζει πέρα».

-Είναι αλήθεια, ότι το φαινόμενο των αυτοκτονιών είναι συνηθισμένο σε πιο βόρειες κοινωνίες. Έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά η ελληνική του εκδοχή;

«Στην Ελλάδα συνδέεται με το αδιέξοδο και την απελπισία. Δεν πιστεύω ότι έχει σχέση, όπως στις βόρειες χώρες, με ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία προκύπτουν εν μέρει από την μοναξιά και από το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν αντέχει άλλο να ζει μόνος του ή από καθιζήσεις ψυχολογικές και ψυχιατρικές. Στην Ελλάδα αυτά που προκαλούν την αύξηση των αυτοκτονιών είναι πολύ συγκεκριμένα. Είναι η τρομερή επιδείνωση των συνθηκών της ζωής, τα αδιέξοδα βιοπορισμού. Αυτή είναι για μένα η βασική αιτία. Εδώ, δεν είναι ψυχολογικό το πρόβλημα».

Ο «εθνικός φοροεισπράκτορας»

-Κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου σας είναι ο περίφημος «εθνικός φοροεισπράκτορας», ένα σκοτεινό πρόσωπο που αναλαμβάνει, αυτοβούλως, να εισπράξει με την απειλή του φόνου, τους φόρους από τους φοροφυγάδες. Τι επισημαίνει η παρουσία αυτού του ήρωα;

«Ουσιαστικά ο συγγραφέας λέει, ότι έτσι όπως είναι δομημένο αυτό το κράτος, ο μόνος τρόπος να εισπράττει φόρους είναι να απειλεί τη ζωή των φοροφυγάδων, γιατί από τίποτε άλλο δεν καταλαβαίνουν. Έχει τόσες τρύπες το σύστημα που ξεφεύγουν πάντα. Συνεπώς, από το μόνο πράγμα που δεν μπορούν να ξεφύγουν είναι η απειλή του θανάτου, όταν μάλιστα υλοποιείται. Αυτό κάνει ο εθνικός φοροεισπράκτορας: σκοτώνει δύο και οι άλλοι αρχίζουν και πληρώνουν. Για αυτό έβαλα στο οπισθόφυλλο του βιβλίου και μια σημείωση που λέει ότι, το μυθιστόρημα δεν συνιστάται για απομιμήσεις. Μην αρχίσουν δηλαδή κάποιοι και σκοτώνουν για να μαζέψουν φόρους.

Αλλά πραγματικά, θεωρώ ότι αυτό που κάνει ο «εθνικός φοροεισπράκτορας», εάν σκεφτείτε την σημερινή παντελή αδυναμία καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, είναι, στην ακραία του σημασία, το μόνο που μπορεί να αποδώσει. Διότι μέχρι τώρα, ακούω το ένα σχέδιο νόμου μετά το άλλο, βλέπω να ψηφίζονται τα σχέδια νόμου κατά της φοροδιαφυγής, αποτέλεσμα, όμως, δεν βλέπω. Συνεπώς, επειδή δεν βλέπω αποτέλεσμα, λέω εγώ ο συγγραφέας: Ξέρετε κάτι; Έτσι όπως το πάτε, ο μόνος τρόπος είναι αυτός. Δεν υπάρχει άλλος».

- Ο ήρωάς σας δηλητηριάζει τα θύματα του με κώνειο, το δηλητήριο που σκότωσε το Σωκράτη ή τα χτυπά από απόσταση με δηλητηριασμένα τόξα, όπως έκανε ο Απόλλωνας. Γιατί βάλατε τον «εθνικό φοροεισπράκτορα» να δολοφονεί τα θύματά του με αυτόν τον αρχαιοελληνικό τρόπο;

«Γιατί ήθελα να θυμίσω στους Έλληνες, σε όλους εμάς, οι οποίοι τόσο πολύ αναφερόμαστε στους αρχαίους ημών προγόνους και ακόμα κρεμόμαστε από πάνω τους, ότι αυτοί οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήξεραν και να τιμωρούν. Οι πολίτες στην αρχαιότητα ήξεραν να σέβονται τους νόμους, όρα Σωκράτη. Ήταν αθώος, αλλά είπε ότι αφού είναι απόφαση, εγώ θα την τηρήσω. Μπορείτε να πείτε ότι θέλετε για τους αρχαίους, αλλά αυτοί τιμωρούσαν. Εμείς δεν τιμωρούμε. Εδώ είναι η διαφορά μας».

Φοροδιαφυγή και διαφθορά

-Οι εξωφρενικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής που αναφέρετε στο βιβλίο, έχουν σχέση με την πραγματικότητα; Βασιστήκατε σε αληθινά στοιχεία;

«Αν μιλήστε, όπως εγώ, με ανθρώπους που γνωρίζουν την κατάσταση, θα σας πούνε ότι αυτά που συμβαίνουν στη πραγματικότητα είναι ασύλληπτα. Ξέρετε, σε αυτή τη χώρα θεωρούν ότι η ανάπτυξη, ακόμα και με παρανομία, είναι ανάπτυξη. Είμαστε οι μόνοι που το ανακαλύψαμε αυτό. Δεν υπάρχει άλλη χώρα, ούτε η Ιταλία, που είναι κοντά σε μας για πολλούς λόγους, δεν το κάνει σε τέτοιο βαθμό. Δείτε τις καταπατημένες περιοχές γύρω από την Αττική. Και σου λένε κάποιοι: «Ξέρεις πόσοι δούλεψαν εκεί»; Μα, αν είναι να δουλεύουμε έτσι, έχω να πω ότι το ίδιο ισχύει για το μαύρο χρήμα και για το οργανωμένο έγκλημα. Θα τα ανεχθούμε όλα λόγω της ανάπτυξης;

Η ανάπτυξη, την οποία θέλουμε όλοι, πρέπει να έχει κανόνες. Αυτή η αντίληψη του «Κάνε πως δε βλέπεις» έχει καταστρέψει το κράτος. Και η διαπλοκή και η διαφθορά είναι τεράστια. Λέμε για τη φοροδιαφυγή. Κάναμε τίποτα για το οργανωμένο έγκλημα που υπάρχει στην διακίνηση καυσίμων; Δηλαδή εντάξει, να λέμε τα λάθη της τρόικας και της Ευρώπης που είναι πολλά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτοί μας βούλιαξαν».

-Το θέμα της φοροδιαφυγής στο βιβλίο λειτουργεί και ως αφορμή για να επισημανθεί και το εύρος της διαφθοράς στη χώρα;

«Δεν διάλεξα τυχαία τη φοροδιαφυγή. Διότι η φοροδιαφυγή για μένα είναι η μητέρα, ο πυρήνας της διαφθοράς στην Ελλάδα. Φοροδιαφεύγω σημαίνει στερώ από το Δημόσιο τους πόρους εκείνους που χρειάζεται για να εξυπηρετήσει ουσιαστικά το σύνολο της Πολιτείας και των πολιτών. Αυτό επίσης, σημαίνει ότι δεν έχω παρά μία εγωιστική ατομική συνείδηση και αδιαφορώ, παντελώς, για την ύπαρξη κοινωνικής συνείδησης.

Ο πολίτης που σκέφτεται έτσι («την έχω γραμμένη την κοινωνική συνείδηση και τι μου δίνει εμένα αυτό το κράτος») δεν ενδιαφέρεται για το σύνολο και αυτό είναι η παντελής καθίζηση της κοινωνικής συνείδησης, σε μία χώρα η οποία είχε αυξημένη και την κοινωνική και την ελληνική συνείδηση. Θεωρώ, λοιπόν, ότι η φοροδιαφυγή είναι η μητέρα πάσης διαφθοράς, διότι αγγίζει τον πυρήνα του ατόμου που επιδιώκει να διαφθείρει και να διαφθαρεί».

-H διαφθορά είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο;

«Προχθές στη Γερμανία, ένας Γερμανός μου είπε: “κε Μάρκαρη, σε εμάς νομίζετε ότι δεν υπάρχει διαφθορά; Υπάρχει αλλά συμβαίνει σε πολύ μεγάλα κοινωνικά στρώματα και σε μεγάλες περιουσίες. Δείτε τι συμβαίνει στη Siemens, και στη Volkswagen. Αλλά ο μέσος πολίτης δεν είναι διεφθαρμένος. Αυτή είναι η διαφορά. Εξού και ασκεί τρομερή πίεση για να αναγκαστεί το Δημόσιο να την καταπολεμήσει, γιατί ο ίδιος δεν είναι διεφθαρμένος. Για αυτό ανάγκασαν τον πρόεδρο της Δημοκρατίας να παραιτηθεί ύστερα από το σκάνδαλο που αποκαλύφθηκε. Κανείς δεν ήθελε να τον αλλάξει, αλλά η πίεση από κάτω ήταν τόσο μεγάλη που αναγκάστηκε να παραιτηθεί”. Μου είπε ακόμα και κάτι άλλο που με έκανε να μαυρίσω: “Το πρόβλημα σε εσάς είναι ότι η διαφθορά είναι φτηνιάρικη, χαμηλού επιπέδου. Είναι απλωμένη σε πράγματα ασήμαντα”. Και εκεί με αποστόμωσε, δεν είχα τι να του πω».

Χρηματιστηριακός φονταμενταλισμός

-Πώς προέκυψε αυτή η κατάσταση στην Ελλάδα;

«Γίνομαι έξαλλος με τους ξένους που λένε ότι στην Ελλάδα είναι όλοι διεφθαρμένοι. Δεν είναι αλήθεια αυτό. Η αλήθεια είναι ότι το σύστημα στην Ελλάδα, δημόσιο και πολιτικό έχει δημιουργήσει μια κατάσταση που καθιστά τη δουλειά και την απόδοση των ευσυνειδήτων και των εντίμων, δύσκολη ως αδύνατη και διευκολύνει τρομερά τους ασυνείδητους και τους διεφθαρμένους. Αυτούς ευνοεί το σύστημα. Δεν είναι όλοι διεφθαρμένοι στην Ελλάδα. Απλώς οι μη διεφθαρμένοι δεν τα βγάζουν πέρα. Εδώ είναι το πρώτο πρόβλημα.

Το δεύτερο που έχω να πω, είναι υπήρξαν πάρα πολλές παράμετροι και συνισταμένες που μας οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση. Εμείς από τη φτώχεια περάσαμε σε αυτόν τον εικονικό πλούτο. Είχαμε να κάνουμε, επίσης, με ένα πολιτικό σύστημα, ιδιαίτερα των παρατάξεων που κυβερνούσαν, που διέφθειρε τους πολίτες με το εύκολο χρήμα.“Τι θέλετε; Πιστώσεις αγροτικές; Πάρτε. Δεν με ενδιαφέρει αν παράγετε ή αν πουλάτε”. Αυτό, ο πολίτης που είχε τρομερή στέρηση χρημάτων σε όλη την πορεία του νεοελληνικού κράτους, το είδε ως “μάννα εξ ουρανού” και δεν διάβασε την τάση που είχε το σύστημα να τον διαφθείρει. Με ποιο σκοπό; Nα μαζέψει ψήφους.

Εξαγορά ψήφων είναι αυτό που έγινε στην Ελλάδα. Πολύ κοινά και πολύ απλά. Εξαγόραζε με αυτό τον τρόπο το πολιτικό σύστημα τις ψήφους των ανθρώπων οι οποίοι τις δίνανε, γιατί ξαφνικά ζούσαν διαφορετικά».

-Γιατί το πιο αδύναμο μέρος της ελληνικής κοινωνίας έχει υποστεί και τις πιο καταστροφικές συνέπειες της κρίσης;

«Βλέπω τους τεχνογνώστες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου να αντιμετωπίζουν σε ένα παγκόσμιο επίπεδο την κρίση και την οικονομία με μοντέλα και διακρίνω στην στάση τους ένα είδος χρηματιστηριακού φονταμενταλισμού. Και αυτό με τρομάζει. Αυτή είναι φονταμενταλιστική λογική. Είσαι η Αργεντινή, το ίδιο μοντέλο. Είσαι η Ελλάδα, το ίδιο μοντέλο. Είσαι η Εσθονία, το ίδιο μοντέλο. Αυτό είναι το κοστουμάκι του φονταμενταλιστή. Δεν υπάρχει σε αυτό το σύστημα η ευελιξία προσαρμογής, ανάλογα με τη χώρα και τους πολίτες της.

Έλεγα σε ένα φίλο μου ότι, αν υπήρχε ένας λόγος που το σύστημα του υπαρκτού σοσιαλισμού κατέρρευσε, ήταν επειδή είχε ιδεολογικοποιήσει την οικονομία. Σήμερα, με τον τρόπο που ουσιαστικά εφαρμόζουν τον καπιταλισμό, κάνουν το ίδιο ιδεολογικό λάθος στην οικονομία και αυτό είναι καταστροφικό».

-Βλέπετε κάποια διέξοδο στην κρίση;

«Ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου έλεγε, «το κακό έρχεται σαν την πλημμύρα το καλό έρχεται σαν τη σταγόνα». Εμάς μας έχει πλημμυρίσει το κακό τώρα. Το καλό θα έρθει σταγόνα σταγόνα και δεν θα έρθει από τη μια μέρα στην άλλη. Μην έχουμε αυταπάτες. Όποιος από μας περιμένει, ότι μεθαύριο με τον νέο πρωθυπουργό η κατάσταση στην Ελλάδα θα αλλάξει, κάνει πολύ μεγάλο λάθος.

Θα πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε ότι θα πάρει πάρα πολύ χρόνο, και τα βήματα προς τα πίσω, για ένα διάστημα ακόμα, θα συνεχιστούν. Το κακό είναι ότι θα υποφέρουν κι άλλο οι πολίτες και το καλό ότι το σύστημα που ξόφλησε θα αλλάξει.

Ορισμένα πράγματα θα πρέπει να μάθουμε κι εμείς ως πολίτες, να τα προστατεύουμε και να τα υπερασπιζόμαστε. Για μένα η άνοδος της άκρας δεξιάς αυτή τη στιγμή ενέχει ένα τρομερό κίνδυνο, Ιδίως σε μια χώρα που από το ’36 μέχρι το ’74 έζησε ουσιαστικά με κυβερνήσεις δεξιές ή ελεγχόμενες από ένα δεξιό κέντρο, και μετά από το ’74 κατάφερε να αποκλείσει την άκρα δεξιά από το σύστημα της. Τώρα η άκρα δεξιά επανέρχεται.

Συνεπώς, χρειάζεται μια συνειδητοποίηση και μια υπευθυνότητα εκ μέρους των πολιτών για να καταλάβουν ότι εύκολες λύσεις, όπως “για το μεταναστευτικό ψηφίζω τους Χρυσαυγίτες, για το αντιμνημονιακό ψηφίζω τους τάδε», δεν ισχύει. Όσο καταφεύγουμε σε γρήγορες λύσεις, ακόμα και στο επίπεδο της πρωτογενούς αντίδρασης, τόσο δυσκολότερα θα αποκατασταθούν τα πράγματα. Αυτή για μένα είναι η στυγνή, κοινή πραγματικότητα».

Ο άξονας της ακροδεξιάς

-Η άνοδος της ακροδεξιάς αναγνωρίζεται σε όλη την Ευρώπη.

«Eγώ φοβάμαι, για να ξεκινήσω από μας, τον άξονα: Ελλάδα, Αυστρία, Γαλλία, Ολλανδία, Δανία, Σουηδία, Φιλανδία. Ξέρετε τι άξονας είναι αυτός; Δείχνει κάτι το οποίο φαίνεται ότι δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει. Σε περιόδους κρίσης η Ευρώπη πήγαινε πάντα δεξιά και η Αμερική πάντα αριστερά. Η ξενοφοβία είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Δεν είναι μόνο ελληνικό, μη γελιόμαστε. Η Αμερική που ορθώνει το παράδειγμα της, ξέρετε πόσο καιρό, πόσες δεκαετίες χρειάστηκε για να την υπερβεί; Δεν ήταν εύκολο. Ο ξένος δεν είναι εύκολα επιθυμητός.

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα αδιαφόρησε τελείως για το φαινόμενο ή έκανε πως δεν το έβλεπε κατά την προσφιλή τακτική του. Δεν έβλεπε ότι διογκωνότανε, και δεν έβλεπε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να σηκώσει αυτό το κύμα μετανάστευσης για πρακτικούς λόγους και αυτό δεν έχει σχέση με την ξενοφοβία. Δεν μπορεί να σηκώσει αυτό τον αριθμό μεταναστών εκ της φύσεως της και εκ της χώρας της. Και ξαφνικά, προστέθηκε και η κρίση. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι αυτό είναι μπαρούτι. Είναι ένας δυναμίτης.

Λέμε ότι είμαστε λαός μεταναστών. Επειδή, όμως, είμαστε λαός μεταναστών προς τα έξω, δεν ξέραμε τους μετανάστες της εισόδου. Το ίδιο έπαθαν και οι Ιταλοί που έχουν τα ίδια σύνδρομα με εμάς».

-Υπάρχουν λόγοι να πιστέψουμε ότι, κάποια στιγμή, θα αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε όλα αυτά τα προβλήματα διαφορετικά;

«Πιστεύω ότι οι Έλληνες στην κρίσιμη στιγμή πάντα αντιδρούν, το έχουν αποδείξει στην Ιστορία τους. Θεωρώ ότι τα τριάντα χρόνια εικονικής ευημερίας έφεραν συνακόλουθα και μια χαλάρωση αντιστάσεων και αξιών. Κάναμε ένα μεγάλο λάθος, πετάξαμε μαζί με τη φτώχεια και αξίες πολύ υψηλές. Τώρα που ξαναγύρισε η φτώχεια, δεν έχουμε αξίες και αυτό είναι ένα μείον τρομερό. Πέραν αυτού όμως, πιστεύω ότι θα συνέλθουμε από αυτό το τρομερό σοκ που περνάμε και θα προχωρήσουμε. Οι Έλληνες στην περίοδο της διαχρονικής φτώχειας που πέρασε ο τόπος είχαν τρομερές μία εφευρετικότητα αξιοθαύμαστη και δυνατότητες τρομερές τις οποίες και θα ξαναβρούν».


ΠΗΓΗ

http://thalesandfriends.org/el/2012/05/08/petros-markaris-to-kalo-tha-erthei-stagona-stagona-kai-den-tha-erthei-apo-ti-mia-mera-stin-alli/




Έχει επεξεργασθεί από τον/την ΜΗΔΕΙΑ στις Τετ 24 Oct 2012 - 23:04, 1 φορά






"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

Απ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Πεμ 11 Oct 2012 - 19:17

[color=orange]ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909 - 1990)




Ο Γιάννης Ρίτσος (Μονεμβασιά 1 Μαΐου 1909 - Αθήνα 11 Νοεμβρίου 1990) ήταν Έλληνας ποιητής. Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες. Πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν το έργο του.

Το 1921 άρχισε να συνεργάζεται με τη «Διάπλαση των Παίδων». Συνεισέφερε επίσης ποιήματα στο φιλολογικό παράρτημα της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας» του Πυρσού. Το 1934 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Τρακτέρ», ενώ ξεκίνησε να δημοσιεύει στον «Ριζοσπάστη» τη στήλη «Γράμματα για το Μέτωπο». Την ιδια χρονιά γίνεται μέλος του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι τον θάνατό του. Το 1935 κυκλοφορούν οι «Πυραμίδες», το 1936 ο «Επιτάφιος» και το 1937 «Το τραγούδι της αδελφής μου». Έλαβε ενεργά μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ενώ κατά το χρονικό διάστημα 1948-1952 εξορίστηκε σε διάφορα νησιά. Συγκεκριμένα συλλαμβάνεται τον Ιούλιο του 1948 και εξορίζεται στη Λήμνο, κατόπιν στη Μακρόνησο (Μάιος 1949) και το 1950 στον Άγιο Ευστράτιο. Μετά την απελευθέρωσή του τον Αύγουστο του 1952 έρχεται στην Αθήνα και προσχωρεί στην ΕΔΑ. Το 1954 παντρεύεται με την παιδίατρο Γαρυφαλιά (Φαλίτσα) Γεωργιάδη κι ένα χρόνο αργότερα γεννιέται η -μοναδική- κόρη τους Ελευθερία (Έρη). Το 1956, τον ίδιο χρόνο δηλαδή, τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος».

Το 1968 προτάθηκε για το βραβείο Νομπέλ. Το 1975 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1977 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν.

ΠΗΓΗ

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%A1%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%82



Ρίτσος, Γιάννης (Μονεμβασιά, 1909-Αθήνα, 1990): Ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, από τους παραγωγικότερους και σημαντικότερους του 20ού αιώνα. Γιος εύπορου κτηματία, τελείωσε το σχολαρχείο της Μονεμβασιάς και το 1921 γράφτηκε στο γυμνάσιο του Γυθείου. Ο θάνατος του αδερφού του και της μητέρας του από φυματίωση το 1921, καθώς και η οικονομική καταστροφή της οικογένειας του, απόρροια εν μέρει του χαρτοπαικτικού πάθους του πατέρα του, σημάδεψαν τη ζωή του ποιητή από τα μικρά του χρόνια. Ήδη στην εφηβεία του όμως είχε βρει τον δρόμο της λογοτεχνίας -το 1924 δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων ποιήματά του με το ψευδώνυμο Ιδανικόν Όραμα. Το 1925 μετακόμισε, με την κατά έναν χρόνο μεγαλύτερη αδερφή του Λούλα, στην Αθήνα. Αρρώστησε όμως από φυματίωση και κατέφυγε στη Μονεμβασιά, όπου άρχισε να σχεδιάζει δύο ποιητικές συλλογές: Δάκρυα και χαμόγελα και Στο παληό μας σπίτι. Αρκετά από αυτά τα ποιήματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία, το διάστημα 1927-1928, αλλά δεν κυκλοφόρησαν αυτοτελώς ως συλλογές. Ήταν ποιήματα παραδοσιακής μορφής, μέσα στο κλίμα της εποχής, με έντονη την επιρροή της ποίησης του Τέλλου Αγρα και του Λάμπρου Πορφύρα. Η επιστροφή του στην Αθήνα το 1926 συνδυάστηκε με την εγγραφή του στη Νομική Σχολή, στην οποία όμως δεν φοίτησε. Τα επόμενα χρόνια προσπαθούσε με περιστασιακές εργασίες (γραφέας, ηθοποιός κ.ά.) να κερδίζει τα προς το ζην, όταν δεν ήταν κλεισμένος σε φθισιατρείο. Στο σανατόριο «Σωτηρία», όπου έμεινε από το 1927 ως το 1930, γνωρίστηκε με διανοούμενους, όπως με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, και ήρθε σε συστηματική επαφή με τις μαρξιστικές ιδέες, που αργότερα επηρέασαν τη ζωή και το έργο του.

Από το 1930 ήδη έγραφε ποιήματα καρυωτακικής διάθεσης, που περιλήφθηκαν στις συλλογές Τρακτέρ (1934) και Πυραμίδες (1935). Το 1934 έγινε μέλος του ΚΚΕ και συνεργάστηκε με την εφημερίδα Ριζοσπάστης με το ψευδώνυμο Γ. Σοστίρ, από αναγραμματισμό του ονόματός του. (Χρησιμοποίησε επίσης τα ψευδώνυμα Πέτρος Βελιώτης, Κώστας Ελευθερίου.) Τον Μάιο του 1936 ο Ρ., συγκλονισμένος από τις αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των καπνεργατών απεργών και των κρατικών δυνάμεων καταστολής στη Θεσσαλονίκη, έγραψε τον Επιτάφιο, ποίημα σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο και με έντονα στοιχεία του δημοτικού τραγουδιού στη γλώσσα και το ύφος, ένα μέρος του οποίου δημοσιεύθηκε αμέσως στον Ριζοσπάστη με τίτλο «Μοιρολόι». Ολόκληρο το έργο κυκλοφόρησε σε 10.000 αντίτυπα, που, μέχρι την κατάσχεσή τους τον Αύγουστο από το διδακτορικό καθεστώς του Μεταξά, είχαν σχεδόν εξαντληθεί.

Ο Επιτάφιος έκλεισε την πρώτη περίοδο της δημιουργίας του Ρ., ο οποίος ήδη από το 1935 είχε στραφεί στον ελεύθερο στίχο και τις καινούριες διαθέσεις στην έκφραση, υιοθετώντας υπερρεαλιστικά στοιχεία. Με τη δημοσίευση (1937) του έργου του Το τραγούδι της αδελφής μου, ελεγείας για την αδερφή του Λούλα που ασθενούσε από ψυχική νόσο, εμφανίστηκε ως λυρικός ποιητής με προσωπικό ύφος και απέσπασε την αναγνώριση του τότε πατριάρχη των ελληνικών γραμμάτων Κωστή Παλαμά, ο οποίος, πολύ ενθαρρυντικός, τον χαιρέτισε έμμετρα: «Παραμερίζουμε, ποιητή, για να περάσεις». Ως το 1943, με συνεχείς οικογενειακές περιπέτειες (ο πατέρας του πέθανε στο ψυχιατρείο το 1938) και συνεχή την απειλή της φυματίωσης, εργαζόταν ως ηθοποιός και χορευτής στο Εθνικό Θέατρο και στην Εθνική Λυρική Σκηνή και έγραφε λυρικά ποιήματα με θέματα τον έρωτα, το ταξίδι, τη νοσταλγία της παιδικής ηλικίας, την ομορφιά.

Το 1945, μετά τα Δεκεμβριανά, όντας ήδη οργανωμένος στο ΕΑΜ, συνεργάστηκε με το Λαϊκό Θέατρο Μακεδονίας και επέστρεψε στην Αθήνα μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Από το 1948 ως το 1952 έζησε την περιπέτεια της Αριστεράς (εξορίστηκε στη Λήμνο, τη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη). Η περίοδος όμως που ακολούθησε ήταν πολύ γόνιμη και δημιουργική για τον Ρ., ο οποίος καλλιεργούσε πλέον έναν εκτεταμένο, συχνά σε τρεις και παραπάνω τυπογραφικές αράδες, στίχο και εξέθετε με στοχαστική διάθεση τα βιώματά του από την ταραγμένη, για τον ίδιο και τον τόπο, εποχή.

Το 1956 τύπωσε τη Σονάτα του σεληνόφωτος, για την οποία τιμήθηκε με το Α' Κρατικό Βραβείο ποίησης. Παράλληλα, οι πολιτικές διεργασίες στην τότε Σοβιετική Ένωση (διαδικασία απαλλαγής από τη σταλινική ιδεολογία) και στην Ελλάδα (καθαίρεση του Γραμματέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη) επέδρασαν στην ποιητική του Ρ., ο οποίος ήταν στέλεχος της ΕΔΑ. Ζώντας μια ειρηνική και ασφαλή περίοδο της ζωής του, ο καταξιωμένος πλέον ποιητής συνέθετε μεγάλο αριθμό έργων, στα οποία αξιοποιώντας την καβαφική ποιητική στάση κατασκεύαζε έναν κόσμο όπου τα αυτοβιογραφικά-βιωματικά στοιχεία συνδέονταν με τα ερεθίσματα του ιστορικού χρόνου και ανάγονταν στο επίπεδο του μύθου και του αρχέτυπου. Το 1960 κυκλοφόρησε η μελοποίηση του Επιτάφιου από τον Μίκη Θεοδωράκη. Το 1962 ο Ρ. ταξίδεψε στην κομμουνιστική Ανατολική Ευρώπη και το 1966 στην Κούβα. Την ίδια χρονιά τυπώθηκε αυτοτελώς η Ρωμιοσύνη (α' δημοσ. 1954 στη συλλ. Αγρύπνια), η οποία παράλληλα μελοποιήθηκε από τον Θεοδωράκη. Ο ποιητής γνωρίζει μεγάλη δημοτικότητα.

Το 1967 συνελήφθη και πάλι από την απριλιανή δικτατορία και εξορίστηκε στη Γυάρο και μετά στη Λέρο. Με την κινητοποίηση Ευρωπαίων διανοουμένων, με επικεφαλής τον Aragon, αλλά και εξαιτίας της ασθένειάς του, αφού χειρουργήθηκε στο αντικαρκινικό νοσοκομείο, παρέμεινε στο Καρλόβασι της Σάμου σε κατ' οίκον περιορισμό μέχρι το 1970. Το 1973 εξέδωσε το έργο Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, που την ίδια χρονιά μελοποίησε ο Μ. Θεοδωράκης, για να παρουσιαστεί σε συναυλίες στο εξωτερικό. Οι περιπέτειες με την υγεία του, καθώς και οι πολιτικές του περιπέτειες, συνεχίζονταν. Είχε όμως πλέον παγκόσμια αναγνώριση. Τα έργα αυτής της πολύ παραγωγικής και γόνιμης περιόδου είτε αποτελούν, θεματικά, αντιστασιακή ποίηση είτε εκφράζουν τον υπαρξιακό απολογισμό και την αίσθηση της ματαιότητας· περιέχουν κυρίως διαπιστώσεις περί της τραγικότητας της ύπαρξης.

Μετά τη Μεταπολίτευση η καθιέρωση του Ρ. συνοδεύτηκε από πλήθος τιμητικών εκδηλώσεων προς το πρόσωπό του, στην Ελλάδα και το εξωτερικό: προτάθηκε για το Βραβείο Νόμπελ (1975), του απονεμήθηκε το Βραβείο Λένιν για την ειρήνη (1977), ανακηρύχθηκε «Ποιητής Διεθνούς Ειρήνης» από τον ΟΗΕ (1986), τιμήθηκε με το μετάλλιο «Joliot-Curie», την ανώτατη διάκριση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης (1990) κ.ά. Αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας των πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης (1975), Μπέρμιγχαμ (1978), Karl Marx Λιψίας (1984), Αθηνών (1987). Παρά την επισφαλή του υγεία, ήταν ως το τέλος της ζωής του δημιουργικός και δραστήριος.

Άλλα έργα: Εαρινή συμφωνία (1938)· Το εμβατήριο του ωκεανού (1940)· Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής (1943)· Δοκιμασία (1943)· Ο σύντροφός μας (1945)· Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο (1952)· Αγρύπνια (1954)· Πρωινό άστρο (1955)· Χρονικό (1957)· Αποχαιρετισμός (1957)· Υδρία (1957)· Χειμερινή διαύγεια (1957)· Μακρονησιώτικα (1957, 1974 με τίτλο Πέτρινος χρόνος)· Οι γειτονιές του κόσμου (1957)· Όταν έρχεται ο ξένος (1958)· Ανυπόταχτη πολιτεία (1958)· Η αρχιτεκτονική των δέντρων (1958)· Οι γερόντισσες κ' η θάλασσα (1959)· Το παράθυρο (1960)· Η γέφυρα (1960)· Ο Μαύρος Άγιος (1961)· Το νεκρό σπίτι (1962)· Κάτω απ' τον ίσκιο τον βουνού (1962)· Το δέντρο της φυλακής και οι γυναίκες (1963 )· 12 ποιήματα για τον Καβάφη (1963)· Μαρτυρίες (1963-1966, 2 τόμοι)· Παιχνίδια τ' ουρανού και του νερού (1964)· Φιλοκτήτης (1965)· [...]. Με τη συλλογή Μία πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα (1978) εγκαινιάστηκε μια σειρά αυτοτελών εκδόσεων με ποιήματα του Ρ. για παιδιά και εικονογράφηση της Τζ. Δρόσου· τα άλλα έργα της σειράς: Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού (1981)· Πρωινό άστρο (1983, νέα έκδ.)· Παιχνίδια τ' ουρανού και του νερού (1985, νέα έκδ.).

Η συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου του άρχισε με τη φροντίδα του ίδιου του Ρ. το 1961: Ποιήματα Α' (1930-1942) (1961)· Β' (1941-1958) (1961)· Γ' (1939-1960) (1964)· Δ' (1938-1971) (1972)· Ε' (Τα επικαιρικά, 1945-1969) (1975)· ΣΤ' (Τέταρτη διάσταση, 1956-1972) (1972)· Ζ' (Γίγνεσθαι, 1970-1977) (1977)· Η' (Επινίκια) (1984)· Θ' (1958-1967) (1989)· 1 (1 963-1972) (1989). Μεταθανάτια εκδόθηκαν τρεις ακόμη συγκεντρωτικοί τόμοι των Ποιημάτων του με επιμέλεια της Αικ. Μακρυνικόλα: ΙΑ' (1972-1974) (1993)· ΙΒ' (1975-1976) (1997)· ΙΓ' (1999).

Την πεζογραφική του κατάθεση αποτελεί ο κύκλος Εικονοστάσιο ανωνύμων αγίων, που περιλαμβάνει εννέα τόμους με τον υπότιτλο «μυθιστόρημα» ή «πεζογράφημα» [...] Εξέδωσε, επίσης, τα θεατρικά Πέρα απ' τον ίσκιο των κυπαρισσιών (1958) και Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα (1959), τον τόμο δοκιμίων με τίτλο Μελετήματα (1974) και το λεύκωμα Ημικύκλιο (1989). Μετέφρασε έργα των A. Block, A. Jozsef, V. Maiakovskii, D. Gabe, N. Hikmet, I. Ehrenburg, Ν. Guillen, Α. Τοlstoy, S. Esenin κ.ά. Σημαντικό μέρος της μεταφραστικής του εργασίας περιλαμβάνεται στους τόμους: Ανθολογία ρουμάνικης ποίησης (1961 )· Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών (1966).

Ποιητής με έντονη κοινωνική συνείδηση και συχνά άμεση αντίδραση στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, ο Ρ. μετουσίωσε τα επικαιρικά στοιχεία σε ποιητικά γεγονότα, αλλά, παράλληλα, κατέθεσε και τη μαρτυρία του από την αναζήτηση στα βάθη της ψυχής. Με πλούσια γλώσσα, με υποβλητικό λόγο και με χρησιμοποίηση εικόνων, μεταφορών και παρομοιώσεων που άλλοτε λειτουργούν ως σύμβολα και άλλοτε διαμορφώνουν ένα ιδιότυπο ρεαλιστικό ποιητικό τοπίο, με συνεχή και έντονη την παρουσία των πραγμάτων του περιβάλλοντος και της καθημερινής ζωής, αλλά και μυθικών προσώπων σε υπερρεαλιστικά ελεύθερες συνυπάρξεις με σύγχρονα τοπία, συνέθεσε έργα, μεγάλες συνθέσεις ή σύντομα ποιήματα, που προσεγγίζουν την ανθρώπινη μοίρα και εκφράζουν την ανθρώπινη πολυπλοκότητα.

Η κριτική έχει διακρίνει τις εξής περιόδους στο έργο του Ρ.:

1930-1936: Τα ποιήματα του, αντλώντας θέματα από έναν κόσμο με σαφή περιγράμματα, επηρεάζονται από τις νεωτερικές ποιητικές διαθέσεις της εποχής αλλά και από τη μαρξιστική ιδεολογία, χωρίς ωστόσο να εντάσσονται απολύτως στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό.

1937-1943: Η λυρική του δημιουργία με τη συστηματική καλλιέργεια του ελεύθερου στίχου στηρίζεται σε μια έντονα εικονοπλαστική φαντασία, η οποία συνδυάζει με τόλμη στοιχεία από τη φύση με τα προβλήματα της κοινωνικής ζωής. Εμφανίζεται η οικεία «καθημερινή» γλώσσα και ο εκτεταμένος στίχος, που θα χαρακτηρίσουν την ποίησή του.

1944-1955: Τα ποιήματα της εποχής αυτής, άνισα καλλιτεχνικά αλλά στο σύνολο τους σχεδόν άμεσες αντανακλάσεις της ιστορικής εμπειρίας, εστιάζουν στους αγώνες και τον πόνο του ανθρώπου. Το έργο του ποιητή, συνδέοντας την Αντίσταση με την αγωνιστική παράδοση του ελληνισμού, γονιμοποιείται από τα χαρακτηριστικά της λαϊκής τέχνης.

1956-1966: Στη γονιμότερη ποιητικά εποχή του ο Ρ., επιμένοντας στην υποβλητικότητα του λόγου, προσπαθεί να βυθιστεί στην ψυχή και να εκφράσει δυνάμεις του υποσυνείδητου επιλέγοντας θέματα κυρίως από τη μυθολογία για να αναφερθεί στη μοναξιά, στη σύγκρουση ανθρώπου - κοινωνίας, στο βάρος του ρόλου, στη μνήμη. Πέρα από το, αντιπροσωπευτικό του λόγου του, μακρόστιχο ποίημα, δημιουργεί και λακωνικά, συμπυκνωμένα, αποφθεγματικά σχεδόν, ποιήματα με θέμα κυρίως τα καθημερινά αντικείμενα και την καθημερινή ζωή.

1967-1971: Η γραφή του στρέφεται κυρίως σε θέματα ποιητικής και παρουσιάζει μια αλλαγή διάθεσης που εμφανίζεται ως σαρκασμός, ειρωνεία και έντονη παρουσία του παραλόγου. Μια αίσθηση απειλής και θανάτου διαπνέει έναν κόσμο χωρίς νόημα. Ωστόσο, δεν λείπουν, από τον εκ χαρακτήρος αισιόδοξο και αγωνιστή ποιητή, και νύξεις καταφατικές στη ζωή, προτάσεις αξιοπρεπούς αντιμετώπισης αυτού του χωρίς νόημα κόσμου.

1972-1983: Η ποιητική και κυρίως η πεζογραφική εργασία του αυτής της περιόδου διακρίνεται από τα υπερρεαλιστικά και εξπρεσιονιστικά στοιχεία που διαμορφώνουν έναν αλλόκοτο, ρευστό, περισσότερο από άλλοτε ερωτικό και αισθησιακό κόσμο. Η παραβίαση της λογικής συνοχής, της χρονικής αλληλουχίας, ο άμεσος και ελεύθερος λόγος, η προκλητικά συνδυασμένη λόγια και καθημερινή λαϊκή γλώσσα χρησιμοποιούνται στην παρουσίαση ενός, κατά κάποιον τρόπο, απολογισμού του ποιητή.

Το σύνολο του θεατρικού του έργου εκδόθηκε το 1990, με επιμέλεια Κ. Νίτσου.

Έχουν κυκλοφορήσει οι εξής ανθολογίες του έργου του: Γιάννη Ρίτσου επιτομή. Ιστορική ανθολόγηση τον ποιητικού του έργου (1977, επιμ. Γ. Βελουδής)· Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου (2000, επιμ. Χρ. Προκοπάκη).

Η αλληλογραφία του με την αδερφή του Λούλα τυπώθηκε το 1997.

Εκδόθηκαν βιβλιογραφία και εργογραφία του.

(Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα: Πατάκης, 2007)

ΠΗΓΗ

http://www.haef.gr/libraries/biographies/ritsos.php





Έχει επεξεργασθεί από τον/την ΜΗΔΕΙΑ στις Τετ 24 Oct 2012 - 23:05, 1 φορά






"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

Απ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Παρ 12 Oct 2012 - 22:02

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (1896 - 1928)




Ο Κώστας Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928) ήταν Έλληνας ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα το απόγευμα της 21ης Ιουλίου 1928. Θεωρείται ως ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Η ποίησή του διδάσκεται σε αρκετά Πανεπιστήμια της Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού. Για το έργο του έχουν γραφεί εκατοντάδες εργασίες και βιβλία, πραγματοποιήθηκαν δε δεκάδες ειδικά συνέδρια.


Παιδική και εφηβική ηλικία

Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας το έτος 1896. Ήταν δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεώργιου Καρυωτάκη, με καταγωγή από τα Χανιά, και της Αικατερίνης Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Στο σπίτι της γεννήθηκε ο ποιητής και εκεί σήμερα στεγάζεται η διοίκηση του εκεί Πανεπιστημίου. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, που παντρεύτηκε το δικηγόρο Παναγιώτη Νικολετόπουλο, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος. Λόγω της εργασίας του πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Λευκάδα, το Αργοστόλι, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Καλαμάτα, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά όπου έμειναν ως το 1913 λόγω των συνεχών μεταθέσεων του πατέρα του. Στην εφηβική του ηλικία 1909-1911 βρέθηκε στην Αθήνα και από το 1911-1913 στα Χανιά. Εκεί ερωτεύτηκε την Άννα Σκορδύλη. Αποφοίτησε το 1913 από το 1ο Γυμνάσιο Χανίων με βαθμό «λίαν καλώς». Από νεαρή ηλικία, περίπου δεκαέξι ετών, δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος της Διαπλάσεως των παίδων.


Φοιτητής Νομικής στην Αθήνα

Το 1914 ο Κώστας Kαρυωτάκης μετέβη στην Αθήνα για σπουδές στη Νομική Σχολή και στα τέλη του 1917 απέκτησε το πτυχίο του. Το 1916, φοιτητής στο Β΄ έτος Νομικής, άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά του σε λαϊκά περιοδικά αλλά και σε εφημερίδες όπως η Ακρόπολη. Το 1917 ο πατέρας του απολύθηκε από το δημόσιο ως αντιβενιζελικός.


Επαγγελματική καριέρα ως δικηγόρος

Το 1917 ο Καρυωτάκης πήρε το πτυχίο Νομικής με βαθμό "λίαν καλώς". Το 1918 επισκέφθηκε τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη όπου έμεναν. Το 1919 επιστρατεύθηκε αλλά πήρε ολιγόμηνη αναβολή λόγω υγείας. Το ίδιο έτος έλαβε άδεια δικηγόρου και διορίσθηκε υπουργικός γραμματέας Α’ στη Θεσσαλονίκη, προφανώς για να είναι κοντά στους γονείς του.


Εξώδικος Πρόσκληση δικηγόρου Καρυωτάκη (1919)

Στις 9 Μαρτίου 1919 έστειλε εξώδικο στο περιοδικό «Νουμάς» γιατί δεν του δημοσίευσε κριτική – ανακοίνωση για την ποιητική του συλλογή "Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων" (φωτοτυπία διαθέσιμη). Το 1923 διορίστηκε στο Υπουργείο Υγιεινής Πρόνοιας και Κοινωνικής Αντιλήψεως, όπου επέδειξε σημαντικό έργο πρότασης νόμων που αφορούν τη δημόσια υγεία. Όμως τίποτε δεν υλοποιήθηκε γιατί ξέσπασε η δικτατορία του Πάγκαλου. Το 1926 ταξίδεψε στη Ρουμανία. Το 1927 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες». Το 1928 αποσπάσθηκε στην Πάτρα, αλλά αμέσως έφυγε για ταξίδι στο Παρίσι και μετά την επιστροφή του μετατέθηκε στη Νομαρχία Πρέβεζας. Για ένα διάστημα ο Καρυωτάκης επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε υπουργικός γραμματέας Α΄ στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ, μετά την οριστική απαλλαγή του από τον ελληνικό στρατό (παρουσιάσθηκε μόνο για λίγες μέρες), τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Στο τέλος για ν' αποφύγει τις μεταθέσεις απ' τη μια νομαρχία στην άλλη, μεταπήδησε στο Υπουργείο Πρόνοιας και μάλιστα στην κεντρική του υπηρεσία, στην Αθήνα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων, δημοσιεύτηκε το 1919. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικού περιεχομένου περιοδικό Η Γάμπα, του οποίου η δημοσίευση όμως απαγορεύτηκε μετά από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο Νηπενθή, εκδόθηκε το 1921. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη (1902-1930). Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο Ελεγεία και Σάτιρες. Τον Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην πόλη της Πάτρας και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα.


Η σχέση του με τη Μαρία Πολυδούρη

Η επίσης ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη γνώρισε τον Κώστα Καρυωτάκη το 1920 σε δημόσια υπηρεσία της Αθήνας όπου αμφότεροι εργάζονταν προσωρινά, και τον ερωτεύτηκε. Έχει γράψει σε επιστολή της σε κάποια φίλη της το εξής ιστορικό για τον Καρυωτάκη: «Στο κάτω-κάτω εγώ αγάπησα έναν ποιητή. Δεν αγάπησα έναν ήρωα. Αν ήθελα ήρωα, θα αγαπούσα τον Ανδρούτσο». Άλλη πληροφορία επίσης αναφέρει ότι η Μαρία Πολυδούρη τού είχε προτείνει γάμο, αλλά αυτός αρνήθηκε με τη δικαιολογία ότι «πάσχει από ανίατο αφροδίσιο νόσημα και δεν θέλει να πάρει στο λαιμό του καμιά γυναίκα». Αυτό, φαίνεται να ευσταθεί πλήρως, δεδομένου ότι έγραψε και το σχετικό ποίημα «Ωχρά Σπειροχαίτη», που είναι το όνομα του μικροβίου που προκαλεί τη σύφιλη.


Στην Πρέβεζα

Ο Κώστας Καρυωτάκης έφτασε στην Πρέβεζα με καράβι στις 18 Ιουνίου 1928, μετά από δυσμενή μετάθεση. Η θέση εργασίας του ήταν στη Νομαρχία Πρεβέζης, στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως Προσφύγων, στο κτήριο Πάλιου, της οδού Σπηλιάδου 10. Ο Καρυωτάκης ως δικηγόρος της Νομαρχίας, είχε στα καθήκοντά του τη σύνταξη και τον έλεγχο των τίτλων κυριότητας των αγροτεμαχίων διανομής προς τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας ). Η τότε Νομαρχία Πρέβεζας στεγαζόταν σε ένα διώροφο μεγάλο «επιβλητικό» κτήριο με κήπο στην οδό Σπηλιάδου 10, ιδιοκτησίας Πάλιου, που έχει γκρεμισθεί και εκεί ανηγέρθησαν δύο συνεχόμενες πολυκατοικίες. Το σπίτι που νοίκιασε και έμεινε τις τελευταίες μέρες της ζωής του το 1928, βρίσκεται στην οδό Δαρδανελίων, στο λεγόμενο Σεϊτάν Παζάρ. Διατηρείται ακόμα ανέπαφο, υπάρχει αναμνηστική πλάκα, και κατοικούταν τη δεκαετία του '90 από την κυρία Λελόβα, κόρη της κυρίας Πηνελόπης Λυγκούρη, σπιτονοικοκυράς του Καρυωτάκη η οποία έχει πεθάνει και σήμερα κατοικείται από άλλους απογόνους. Η σπιτονοικοκυρά του Καρυωτάκη, Πηνελόπη Λυγκούρη, νεαρή κοπέλα το 1928, δήλωσε στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «στο σπίτι ο Καρυωτάκης δεν είχε καθόλου βιβλία, παρά μόνο χειρόγραφα δικά του, τα οποία μετά το θάνατό του δεν ήξερε ότι ήταν ποιήματα και τα πέταξε»!!!. Επίσης δήλωσε ότι "Είχε τρία κουστούμια γαλλικά, που αγόρασε στο Παρίσι και ήταν πάντα άψογα ντυμένος με γραβάτα". Λέγεται προφορικά, ότι "ο Καρυωτάκης ήρθε σε ρήξη με τον τότε Νομάρχη, ο οποίος πιθανώς χρηματιζόταν με λίρες Μικρασιατών στο θέμα της μη ισότιμης και δίκαιης παροχής αγροτεμαχίων".


Οι τελευταίες στιγμές και η αυτοκτονία

Στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού, ο δήμαρχος Πρέβεζας τη διετία 1977-1978, Ηρακλής Ντούσιας, περιέγραψε ότι, δύο ώρες προ της αυτοκτονίας του, περί τις 2.30 μ.μ., ο Καρυωτάκης πήγε στο τότε παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος» στη θέση Βρυσούλα, ιδιοκτησίας τότε Νιόνιου Καλλίνικου, όπου παρήγγειλε και ήπιε μια βυσσινάδα. Ο καφεπώλης παραξενεύτηκε τότε, γιατί ο ποιητής τού άφησε στο τραπέζι 75 δραχμές πουρμπουάρ, ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν 5 δρχ. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί (τετράδιο) όπου έγραψε τις τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν στην τσέπη του και διασώθηκαν. Στο τέλος των σημειώσεων αυτών έγραψε μεταξύ των άλλων: «Συνιστώ σε όσους σκοπεύουν να αυτοκτονήσουν, να αποφύγουν τη μέθοδο του πνιγμού, εάν γνωρίζουν καλό κολύμπι. Εγώ ταλαιπωρήθηκα στη θάλασσα 10 ώρες και δεν κατάφερα τίποτα!». Ο γιος του οπλοπώλη Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, πολιτικός μηχανικός ΤΕ, δηλώνει στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «την προηγουμένη ημέρα τής αυτοκτονίας ο Καρυωτάκης αγόρασε από το κατάστημα του πατέρα του ένα περίστροφο, με το οποίο επέστρεψε σε λίγες ώρες διαμαρτυρόμενος ότι είχε βλάβη, ενώ είχε ξεχάσει να βγάλει την ασφάλεια». Αυτό εξηγήθηκε ως πρόθεσή του να αυτοκτονήσει αυθημερόν. Το περίστροφο αυτό είναι τύπου Pieper Bayard 9mm, παραχωρήθηκε από τους απογόνους της οικογένειας Καρυωτάκη και εκτίθεται από το 2003 στο «Μουσείο Μπενάκη» στην Αθήνα (κτίριο Α, Βασ. Σοφίας). Τελικά, στις 21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά. Η τότε χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία του πτώματος η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει κουστουμαρισμένο, με ψαθάκι και με το χέρι με το πιστόλι στο στήθος. Στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού και υπάρχει εκεί αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει: «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης».


Η τελευταία επιστολή

Στην τσέπη του κουστουμιού του πτώματος του Κώστα Καρυωτάκη βρέθηκε επιστολή που γράφει τα εξής: «Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές (!!!), είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας» Κ.Γ.Κ. [Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου». Κ.Γ.Κ. (Κώστας Γ. Καρυωτάκης). Ακόμα και σήμερα υπάρχουν απορίες και αντιθέσεις στην ερμηνεία αυτής της επιστολής.

Άλλες απόψεις για τα αίτια της αυτοκτονίας [Επεξεργασία]Ένας λόγος που φαίνεται να ώθησε τον Καρυωτάκη στην αυτοκτονία είναι και η σύφιλη από την οποία πιθανολογείται ότι έπασχε. Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Σαββίδης, ο οποίος διέθετε το μεγαλύτερο αρχείο για τους Νεοέλληνες Λογοτέχνες, ερχόμενος σε επαφή με φίλους και συγγενείς του ποιητή, αποκάλυψε ότι ο Καρυωτάκης ήταν συφιλιδικός, και, μάλιστα, ο αδελφός του, Θανάσης Καρυωτάκης, θεωρούσε ότι η ασθένεια συνιστούσε προσβολή για την οικογένεια. Ο Γιώργος Μακρίδης, στη μελέτη του για τον Καρυωτάκη, διατυπώνει την άποψη ότι "ο ποιητής αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα, όχι πιεζόμενος από τη μετάθεσή του εκεί, αλλά φοβούμενος να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, όπως συνέβαινε με όλους τους συφιλιδικούς στο τελικό στάδιο της νόσου την περίοδο εκείνη". Θέλοντας, μάλιστα, να ισχυροποιήσει το επιχείρημά του, τονίζει ότι "δεν είναι δυνατόν ένας βαριά καταθλιπτικός ασθενής να αστειεύεται στο επιθανάτιο γράμμα του". Σύμφωνα με τον σύγχρονο ορισμό της κλινικής κατάθλιψης, ο ποιητής είναι βέβαιο ότι έπασχε απο τη νόσο. Το έργο, πολύ πρίν μάθει οτι πάσχει απο σύφιλη το καλοκαίρι του 1922, η ζωή και ο θάνατος του συνιστούν ακράδαντες αποδείξεις για αυτό. Το πως η πρώτη νόσος ουσιαστικά τον οδήγησε στη δεύτερη, περιγράφεται στο τελευταίο του σημείωμα.


Η Εφημερίδα Εμπρός αναγγέλει το θάνατο του ΚαρυωτάκηΟ ρόλος που ενδεχομένως έπαιξε η γυναίκα και ο έρωτας στην αυτοκτονία του Καρυωτάκη δεν αναφέρεται ούτε ως υπαινιγμός στο τελευταίο του σημείωμα, αλλά δεν πρέπει να αγνοηθεί. Η ωραία και χειραφετημένη ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη τον είχε ερωτευθεί και αυτός φάνηκε να ανταποκρίνεται. Κατά την Πολυδούρη μάλιστα ήταν εκείνος που πρώτος εξομολογήθηκε τον έρωτά του. Του πρότεινε να παντρευτούν, μα εκείνος δεν θέλησε. Εκείνη το απέδωσε στο χρόνιο αφροδίσιο νόσημα από το οποίο έπασχε. Μαρτυρία του φίλου του Χ. Σακελλαριάδη, αλλά και το ημερολόγιο της Πολυδούρη, δείχνουν πως δεν είχαν οι δυο τους ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις, αν και είχε ερωτικές επαφές με κοινές γυναίκες. Όπως παρατηρεί ο καθηγητής της Ψυχιατρικής Πέτρος Χαρτοκόλλης, «ήταν περισσότερο η αδυναμία ν΄αγαπήσει η αιτία που τον ώθησε στην αυτοκτονία παρά η στέρηση της γυναικείας αγάπης» Και συνεχίζει, «Το πρόβλημα του Καρυωτάκη ήταν ότι δεν μπορούσε να αγαπήσει τις γυναίκες που μπορούσαν να τον αγαπήσουν. Έχοντας μια πολύ κακήν ιδέα για τον ευατό του την προέβαλλε στους άλλους-πολύ εύκολο για την φθονερή πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσε-πλάθοντας για τον ευατό του μια ψεύτικη εικόνα ανωτερότητας, που κατέρρεε όταν μια γυναίκα τον απέρριπτε, ενώ τον έκανε να χάνει την εκτίμησή του, για μια γυναίκα που, σαν την Πολυδούρη, μπορούσε να τον αγαπήσει».


ΑΠΟ

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%9A%CE%B1%CF%81%CF%85%CF%89%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82



ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιήματα


Θάνατοι
Gala
Χαμόγελο
Ζωές
Νοσταλγία
Αγάπη
Ανοιξη
Νύχτα
Μυγδαλιά
Θάλασσα
Οι στίχοι μου
Γυρισμός
Ευγένεια
Δον Κιχώτες
Πολύμνια
Ποιητές
Μπαλάντα
Δέντρο
Χαρά
Σε παλαιό συμφοιτητή
Στροφές
Το φεγγαράκι απόψε...
Γραφιάς


Συλλογές

Ο πόνος του ανθρώπου και των πραμάτων (1919)
Νηπενθή (1921)
Ελεγεία και Σάτιρες (1927)
Απαντα (1938)
Απαντα τα Ευρισκόμενα - Α τομος (1965)
Απαντα τα Ευρισκόμενα - Β τομος (1966)


Πεζά κείμενα

Ο κήπος της αχαριστίας
Ονειροπόλος
Τρείς μεγάλες χάρες
Φυγή
Το εγκώμιο της θαλάσσης
Κάθαρσις
Η ζωή του



ΑΠΟ http://www.deyteros.com/writersgr/kariot/kariot.html




Έχει επεξεργασθεί από τον/την ΜΗΔΕΙΑ στις Τετ 24 Oct 2012 - 23:07, 1 φορά






"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

Απ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Σαβ 20 Oct 2012 - 18:00

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (1859 - 1943)




Ο Κωστής Παλαμάς αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πνευματικές φυσιογνωμίες της νεώτερης Ελλάδας και έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές του Ελληνισμού. Είναι ένας στοχαστής διαχρονικός και επίκαιρος.
Το τεράστιο ποιητικό του έργο υμνεί την ιστορία, τον Ελληνισμό και τον οραματισμό της "μεγάλης ιδέας" για την πατρίδα, αλλά παράλληλα ασχολείται με τον άνθρωπο και τα συναισθήματά του.
Η λυρικότητα και η γλωσσοπλαστκή του δεινότητα είναι μοναδικές. Πέρα όμως από την ποιητική του οντότητα ο Κωστής Παλαμάς διακρίθηκε και για την κριτική, φιλολογική αλλά και διηγματογραφική του εργασία.

Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου του 1859, η καταγωγή του όμως ήταν από το Μεσολόγγι. Το 1864 πεθαίνει η μητέρα του Πηνελόπη από πρόωρο τοκετό, ενώ λίγο αργότερα, το 1865 πεθαίνει και ο πατέρας του Μιχαήλ Παλαμάς. Τον επτάχρονο Κωστή ανέλαβε τότε, ο θείος του Δημήτριος Παλαμάς και τον πήρε στο σπίτι του στο Μεσολόγγι. Εκεί ο ποιητής έμεινε από το 1867 ως το 1875. Ήδη αρχίζει ν' ασχολείται στα γυμνασιακά του χρόνια με την λογοτεχνία. Μόλις τελείωσε το γυμνάσιο, το 1876, ήρθε στην Αθήνα, όπου εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο, στη Νομική σχολή. Οι σπουδές του όμως δεν κράτησαν πολύ, γιατί η ποίηση και η λογοτεχνία από νωρίς τον κέρδισαν. Το 1879 διαμένει σ' ένα μικρό σπίτι στην οδό Ιπποκράτους, όπου συγκατοικεί με το Νίκο Καμπά, για περίπου ένα χρόνο. Αργότερα θα μείνει στην οδό Ασκληπιού για πολλά χρόνια. Την ίδια εποχή ο Κωστής Παλαμάς ασχολείται και με τη δημοσιογραφία και συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά, χρησιμοποιώντας κατά καιρούς τα ψευδώνυμα "Κώστας", "Διαγόρας", "Ονολουλού", "Φλόρα Μιράμπιλης", "W". Πολύ γρήγορα ξεχωρίζει από τους συναδέλφους του και γίνεται ο ιδρυτής της επονομαζόμενης "Νέας Αθηναϊκής Σχολής". Το 1886 τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή "Τα τραγούδια της Πατρίδος μου" και το 1887 παντρεύεται (κουμπάρος ο Βλάσης Γαβριηλίδης) με την Μαρία Βάλβη με την οποία και θα αποκτήσει τρία παιδιά - τη Ναυσικά, το Λέανδρο και τον Άλκη. Ο θάνατος βρίσκει τον Άλκη σε ηλικία 5 χρόνων στις 24 Φεβρουαρίου του 1898 και ο Κωστής Παλαμάς βυθίζεται σε άφατη οδύνη. Για το χαμό του μικρού του γιού γράφει το αριστουργηματικό ελεγείο "Ο Τάφος" (1898). Το 1879 διορίζεται γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και από τη θέση αυτή θ' αποχωρήσει το 1928 με το βαθμό του Γενικού Γραμματέα και με πολλές τιμητικές διακρίσεις, η σπουδαιότερη εκ των οποίων είναι ο τίτλος του ακαδημαϊκού το 1926. Νωρίτερα, το 1924 η Γαλλική κυβέρνηση τον τιμά με το παράσημο της "Λεγεώνος της Τιμής". Το 1929 αναλαμβάνει καθήκοντα ως Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών. Στις αρχές του 1933 τιμάται με το μετάλλιο "Γκαίτε" από τον Γερμανό πρεσβευτή στην Αθήνα. Ανακηρύσσεται Επίτιμος Πρόεδρος του νεοϊδρυθέντος τμήματος της Διεθνούς Ενώσεως Συγγραφέων και λίγο αργότερα του απονέμεται το "Οικονόμειο Βραβείο". Το 1934 η Ισπανική κυβέρνηση τον τιμά με το μετάλλιο "Del la plaque del l' Ordre de la Republique" και ένα χρόνο μετά του απονέμεται το Μετάλλιο της Αμβροσιανής Βιβλιοθήκης του Μιλάνου. Το ίδιο έτος μετακομίζει από το σπίτι του της οδού Ασκληπιού 3, στην οδό Περιάνδρου 3, στην Πλάκα. Το 1936 εορτάζεται η πενηντάχρονη προσφορά του ποιητή στα πνευματικά δρώμενα και του απονέμονται τα διάσημα του Ανωτέρου Ταξιάρχου του Βασιλικού Τάγματος και το βραβείο "Γραμμάτων και Τεχνών" του Υπουργείου Παιδείας. Την ίδια εποχή τον επισκέπτεται στο σπίτι του ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος και του μεταφέρει τα συγχαρητήρια και τις ευχές της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το 1937 αποκαλύπτεται προτομή του Κωστή Παλαμά στο Μεσολόγγι.Τα τελευταία χρόνια της ζωής του θα τα ζήσει αποτραβηγμένος και θ' ασχοληθεί με τη συγγραφή νέων έργων, τη διευθέτηση των παλαιοτέρων του και την απλή συναναστροφή γνωστών, φίλων και θαυμαστών του. Στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, στις 9 Φεβρουαρίου του 1943, πεθαίνει η σύντροφός του Μαρία. Δεκαοχτώ μέρες αργότερα, βαριά άρρωστος ο Κωστής Παλαμάς πεθαίνει στις 27 Φεβρουαρίου του 1943, στις 3 π. μ. Η κηδεία του έμεινε μνημειώδης στα χρονικά της πατρίδας μας. Χιλιάδες λαός πλημμύρισε το Α' Νεκροταφείο Αθηνών και συνόδευσε τον μεγάλο μας ποιητή μέχρι την τελευταία του κατοικία, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο, μπροστά στα μάτια των έκπληκτων Γερμανών κατακτητών. Λίγο νωρίτερα ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός είχε απαγγείλει το περίφημο νεκρώσιμο ποίημα στη μνήμη του Κωστή Παλαμά.


ΠΗΓΗ

http://www.sarantakos.com/kibwtos/komnas/palbio.html




Ο Κωστής Παλαμάς, ο νεώτερος εθνικός μας βάρδος, γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1859 στην Πάτρα, από γονείς Μεσολογγίτες. Η οικογένειά του έχει να επιδείξει πολλούς αγωνιστές, κληρικούς και διδασκάλους του Γένους, μεταξύ των οποίων και τον Γρηγόριο Παλαμά. Προπάππος του ήταν ο Παναγιώτης Παλαμάς, ιδρυτής της ονομαστής Παλαμαίας Σχολής στο Μεσολόγγι, στην οποία δίδασκε. Σε ηλικία 15-16 ετών ο Κωστής είχε ήδη χάσει τους γονείς του και φιλοξενήθηκε από τότε στη γενέθλια πόλη του πατέρα του, το Μεσολόγγι. Η πληγωμένη ευαισθησία του τον έκανε κλειστό και αυτοσυγκεντρωμένο. Έβρισκε παρηγοριά στο γράψιμο στίχων και μάλιστα, με μια πρώιμη επίδοση, από την ηλικία των εννέα ετών.
Στην ποιητική συλλογή του «Τα τραγούδια της πατρίδας μου» καταχωρίσθηκε ένα μικρό ποίημα. Ο ποιητής αναφέρει τι ένιωσε όταν αντίκρισε τη νεκρή μητέρα του, σε ηλικία μόλις πέντε ετών.

Το ποίημα έχει τον τίτλο «Η υστερνή ματιά της»:

«Όταν η δόλια μάνα μου / τον κόσμο παρατούσε, / με πήγαν κι εγονάτισα / μικρό, πουλί, μπροστά της, την τελευταία της πνοή / ο Χάρος ερροφούσε...»
Ένα άλλο θλιβερό γεγονός που βύθισε σε βαθιά θλίψη τον Παλαμά ήταν ο θάνατος του πολύκλαυστου αγαπημένου του αγοριού, του Άλκη. Όσες ημέρες βρισκόταν στον «Ευαγγελισμό» κοντά στο άρρωστο παιδί του, που λέγεται ότι είχε όγκο στο κεφάλι, τόση ήταν η οδύνη του, που ο Χίος ποιητής Λάμπρος Πορφύρας, φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημητρίου Σύψωμου, έγραφε σε επιστολές του στον Κώστα Χατζόπουλο που βρισκόταν στη Φινλανδία: «Σπεύσον, χάνομεν τον Παλαμάν». Η βαθιά οδύνη του για τον θάνατο του Άλκη υπήρξεν ίσως η αιτία που έγραψε το αριστούργημά του, «Ο Τάφος», (1898).
Ο Παλαμάς συνέθεσε τον θρήνο του από τις 24 Φεβρουαρίου ως τις 9 Μαρτίου 1898, «έναν σταλακτίτη με τα δάκρυα της ψυχής του τα κρυφοσταλάζοντα μέσα του... Η φιλοσοφία της λύπης εκράτησε τα δάκρυα για να τα χύση εις λάμποντας στίχους». Ήταν τόση η απήχηση από το μουσικό άλγος του θρήνου, ώστε το βιβλίο ξανατυπώθηκε άλλες τρεις φορές και μεταφράστηκε στα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά.
Ο Κωστής Παλαμάς τελείωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο στο Μεσολόγγι και το 1875 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά η δίψα του για τα γράμματα και την ποίηση δεν τον άφησε να τελειώσει τις σπουδές του. Εγκατέλειψε τελικώς τη Θέμιδα, για να υπηρετήσει τις Μούσες. Συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά και από το 1886 άρχισε να εκδίδει τους στίχους του σε βιβλία. Στις 27 Δεκεμβρίου 1887, παντρεύτηκε τη Μαρία Βάλβη, γόνο πολιτικής οικογένειας του Μεσολογγίου, που έχει επίσης να επιδείξει πολλούς αγωνιστές (Γιάννης Βάλβης κ.λπ.). Απέκτησαν τρία παιδιά: τον Λέανδρο, τη Ναυσικά και τον Άλκη.

Γραμματεύς του Πανεπιστημίου

Στις 15 Οκτωβρίου 1897, ο Παλαμάς διορίστηκε από τον τότε υπουργό Παιδείας Ανδρέα Παναγιωτόπουλο, γραμματεύς του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο διορισμός του υπαγορεύθηκε από διάθεση τιμητική προς έναν ποιητή που κέρδιζε συνεχώς μεγαλύτερη θέση στον ελληνικό Παρνασσό. Γι’ αυτό και οι εφημερίδες του καιρού («Εστία», «Άστυ», «Ακρόπολις»), επήνεσαν ζωηρότατα την υπουργική απόφαση, βρίσκοντας την ευκαιρία να εγκωμιάσουν τον ποιητή.
Λέγεται ότι, όταν ο Παλαμάς παρουσιάστηκε να αναλάβει υπηρεσία, ο τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου, κ. Αλ. Κρασσάς του είπε: «Ελπίζω, κύριε Παλαμά, τώρα που έχετε μια αξιοπρεπή θέση, ότι θα παύσετε... να γράφετε ποιήματα». Ευτυχώς, η ελπίδα διαψεύστηκε και η ελληνική τέχνη κέρδισε μια κορυφαία ποιητική φυσιογνωμία.
Αργότερα, το 1911, η Σύγκλητος, εξαίροντας το έργο του και τις πολύτιμες υπηρεσίες του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αποφάσισε να ανανεώσει τη θητεία του και στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι αναφέρεται πλέον ως γενικός γραμματεύς. Το 1923, προάγεται ομόφωνα από τη Σύγκλητο «εις τον βαθμόν Υπουργικού Διευθυντού Πρώτης Τάξεως»4. Πάμπολλα είναι τα έγγραφα που συνέταξεν ο Παλαμάς κατά την τριαντάχρονη θητεία του στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ορισμένα από αυτά σώζονται στο Ιστορικό Αρχείο του ιδρύματος, σε χειρόγραφη ή δακτυλόγραφη μορφή και αποτελούν δείγμα της υπαλληλικής του ευσυνειδησίας. Το 1926, ο Παλαμάς υποβάλλει αίτηση για αποχώρηση από τη θέση του γενικού γραμματέα του Πανεπιστημίου, χωρίς όμως αυτή να γίνει αποδεκτή από τη Σύγκλητο. Το 1928, ο ποιητής, κουρασμένος από τα χρόνια και το τιτάνιο συγγραφικό έργο του, αλλά και την κοπιώδη επιστασία της διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, επανέρχεται στο αίτημά του.
Τότε, στη συνεδρίαση της Συγκλήτου της 1/3/1928, ο πρύτανης Νικόλαος Αλιβιζάτος ανακοίνωσε την αποδοχή της παραίτησής του και διάβασε την επιστολή με την οποία ο ποιητής ευχαριστούσε το Πανεπιστήμιο Αθηνών γιατί τον βοήθησε να αντεπεξέλθει στις βιοτικές ανάγκες του και να επιδοθεί παράλληλα στην ποίηση. Το ποιητικό έργο του τιμήθηκε με πλήθος αριστείων και τιμητικών διακρίσεων και ο Ρομαίν Ρολάν δήλωσε ότι ο Παλαμάς «είναι ο μεγαλύτερος σύγχρονος ποιητής της Ευρώπης».
Γόνιμος και πολύπλευρος ο Παλαμάς, ανησυχεί για όλα τα προβλήματα που βασανίζουν την ανθρώπινη σκέψη. Καμιά «σχολή» και καμιά τεχνοτροπία δεν θα μπορούσε να τον διεκδικήσει. Θα μπορούσε σεμνυνόμενος να πει: «Η ποίησή μου είμαι εγώ».

Παρνασσισμός και ρομαντισμός

Ξεκίνησε με άμετρο θαυμασμό για τους Παράσχους, τους Σούτσους και τους άλλους ρομαντικούς της καθαρεύουσας, για να στραφεί, από τα πρώτα κιόλας βήματα, προς τη δημοτική και τα διδάγματα του Νικολάου Πολίτη, να δεχθεί αργότερα το κήρυγμα του Ψυχάρη και ν’ αναπτυχθεί σε προσωπικότητα πρώτου μεγέθους, συνδυάζοντας τη λόγια φαναριώτικη με τη δημοτική παράδοση κι αντλώντας από τους Αρχαίους και το Βυζάντιο, από το δημοτικό τραγούδι και τον Βαλαωρίτη και ταυτόχρονα από την ξένη λογοτεχνία και τη διανόηση, ιδίως από τη γαλλική ποίηση, από τον παρνασσισμό και τον ρομαντισμό ως τον συμβολισμό της πρώτης περιόδου. Και κατάφερε να τ’ αφομοιώσει όλα και να δημιουργήσει πολύτιμο έργο, με χαρακτήρα έντονα προσωπικό και εθνικό, απ’ όπου περνάει με αρραγή συνοχή και συνέχεια ολόκληρος ο ελληνισμός, ο αρχαίος, ο βυζαντινός και ο νεώτερος, ενώ απ’ την άλλη μεριά ακούγονται να σαλεύουν τα ρεύματα και τα μηνύματα της Ευρώπης5. Η ποίηση του Παλαμά είναι ένας ποταμός, που άλλοτε κατεβαίνει ορμητικός κι άλλοτε ήμερος και κουρασμένος, αφήνοντας να διαφανεί η λογοτεχνική και ποιητική του μεγαλοφυΐα. Μέσα σ’ όλη αυτή τη στιχοπλημμύρα θαυμάζει κανείς την παρατακτική απαρίθμηση εννοιών και πραγμάτων, αισθημάτων και εντυπώσεων. Η επιβολή του και στους διεθνείς πνευματικούς κύκλους είχε τέτοια ευρύτητα, ώστε το 1934 υπήρξε σοβαρότατος διεκδικητής του Βραβείου Νόμπελ.
Το Πανεπιστήμιο Αθηνών, όταν αποχώρησε από την υπηρεσία, του έδωσε «χάριν τιμής» σύνταξη ίση με τον τελευταίο μισθό του. Αργότερα ενέκρινε τιμητική ισόβια σύνταξη στον ποιητή του «Δωδεκάλογου» και ο Δήμος Αθηναίων. Η αγάπη είναι το συγκλονιστικό συναίσθημα, που κυριάρχησε στο έργο του Παλαμά, μια αγάπη απέραντη σαν τη θάλασσα, μια αγάπη για όλα, μα κυρίως για τη ζωή. Στη συλλογή του «Τα μάτια της ψυχής μου» (1892) καταχωρίσθηκε το ποίημά του «Ύμνος της ζωής». «...Ζωή δεν είναι τίποτε / γλυκύτερο στον κόμο / απ’ την πεντάμορφη ζωή / την ηλιοφωτισμένη!»
Το 1900, συνθέτει και δημοσιεύει ένα εκτεταμένο ποίημα σε δώδεκα μέρη με τίτλο «Οι Χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης» και το 1904 ακολουθεί η ποιητική συλλογή «Ασάλευτη ζωή».
Το 1907, τυπώνει το πιο πρωτότυπο έργο του, τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» και το 1910 τη «Φλογέρα του βασιλιά». Και στα δύο επικολυρικά ποιήματα, κυριαρχεί η μεγάλη αγάπη του για την πατρίδα και το όραμα του μέλλοντος και του πεπρωμένου της φυλής για τη «Μεγάλη Ιδέα».
Το 1912, δημοσιεύει την ποιητική συλλογή «Καημοί της λιμνοθάλασσας», που προέρχεται από τα νεανικά βιώματά του, όταν ζούσε στην Ιερή Πολιτεία.

Μια πίκρα
Τα πρώτα μου χρόνια τ’ αξέχαστα τάζησα
κοντά στ’ ακρογιάλι,
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.
Και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
και βλέπω τα ονείρατα κι’ ακούω τα μιλήματα
των πρώτων μου χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι,
στενάζει, καρδιά μου, το ίδιο αναστέναγμα:
Να ζούσα και πάλι
Στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στην θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.
Μια μάνα είν’ η μοίρα μου, μια μάνα είν’ η χάρη μου,
δεν γνώρισα κι άλλη:
Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη
και σαν ωκεανός ανοιχτή και μεγάλη.
Και να! μες τον ύπνο μου την έφερε τόνειρο
κοντά μου και πάλι
τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
τη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.
Κι εμέ, τρισαλίμονο, μια πίκρα με πίκρανε,
μια πίκρα μεγάλη,
και δε μου τη γλύκαινες, πανώριο ξαγνάντεμα
της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι.
Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
και ποια ανεμοζάλη,
που δεν μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ’ ακρογιάλι,
Μια πίκρα είν’ αμίλητη, μια πίκρα είν’ ανεξήγητη,
μια πίκρα μεγάλη,
η πίκρα που είν’ άσβηστη και μες τον παράδεισο
των πρώτων μας χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι.

(Καημοί της Λιμνοθάλασσας)

Τον ίδιο χρόνο τυπώνει τη συλλογή του «Η Πολιτεία και η μοναξιά». Την επόμενη συλλογή του, «Βωμοί», δημοσιεύει το 1915? και το 1929 παρουσιάζεται στο κοινό με τη συλλογή του «Δειλοί και σκληροί στίχοι». Ακολουθούν πολλές άλλες συλλογές όπως «Περάσματα και χαιρετισμοί», «Οι νύχτες του Φήμιου» και «Ξανατονισμένη μουσική». Το τελευταίο είναι μετάφραση ποιημάτων Ευρωπαίων ποιητών.
Εκτός της όλης ποιητικής και φιλολογικής του εργασίας, ο Κωστής Παλαμάς άφησε δύο θεατρικά αριστουργήματα. Το δράμα «Τρισεύγενη» (1903) και τη νουβέλα «Ο θάνατος του παλληκαριού» το 1901.
Είναι καταπληκτικά όσα μας διασώζει για τον Κωστή Παλαμά, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στην αυτοβιογραφία του, αποσπάσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν στις «Επτά Ημέρες» της «Καθημερινής».
«Κατά το 1922, έβαλα τη μάνα μου να δακτυλογραφήση τα ποιήματά μου, όσα τότε φανταζόμουν παρουσιάσιμα, με τη σκέψη να τα υποβάλω στον Παλαμά. Έτσι, ένα πρωί, με τον θησαυρό μου υπό μάλης πήγα στο γραφείο του Γενικού Γραμματέως του Πανεπιστημίου, στο Κεντρικό Κτίριο. Δειλά και με την ψυχή τρεμάμενη χτύπησα την πόρτα και άκουσα ένα βραχνό “εμπρός”. Κάτω από τα πυκνά φρύδια με κοίταζαν ανιχνευτικά δύο βαθιά μάτια. Είπα το όνομά μου, την ιδιότητά μου και τον σκοπό της επίσκεψής μου. Ο άνθρωπος, συνηθισμένος από τέτοιες εισβολές, παρέλαβε τα χαρτιά που είχε φροντίσει να συρράψη η μάνα μου και μου είπε με μια εξαιρετική προσήνεια να περάσω μετά μία εβδομάδα να μου πη. Μετά μία εβδομάδα παρουσιάσθηκα με τον ίδιο τρόπο, στο ίδιο γραφείο. Ο Παλαμάς μου ζήτησε συγγνώμην διότι δεν πρόφτασε να με διαβάση. Αλλάξαμε μερικές φιλοφρονήσεις και έφυγα. Πάλι μετά μία εβδομάδα πήγα, αλλά και πάλι με παρακάλεσε να ξαναπάω σε μια εβδομάδα. Αρκετά απογοητευμένος ξανάφυγα, αλλά και αποφασισμένος να επιμείνω. Πραγματικά ξαναπήγα και τότε ο Παλαμάς με δέχθηκε αλλοιώτικα. » Μου είπε ένα σωρό καλά λόγια. Ιδίως ―και αυτό είχε για μένα τότε σημασία― να εξακολουθήσω να γράφω. Μιλήσαμε εκείνη τη φορά για ξένη ποίηση, για τις προτιμήσεις μου, δόθηκε στον Παλαμά η ευκαιρία να καταλάβει ότι είχα πολλά διαβάσει. Τότε με κάλεσε να πάω μια ορισμένη μέρα στο σπίτι του, Ασκληπιού 3, να κουβεντιάσωμε. Έτσι, άρχισα να είμαι τακτικός επισκέπτης του “κελλιού”. Ήταν για μένα το μεγάλο σχολείο. Είναι αδύνατο να πω τώρα τι διδάχτηκα από τον Παλαμά. Αλλά είναι βέβαιο πως άντλησα πολλά από τη σοφία του, από τις εκλάμψεις του πνεύματός του. Ήμουνα συνεπαρμένος από αυτόν τον βαθυστόχαστο ποιητή με την πλατειά σκέψη, με την ικανότητα να καταλαβαίνη κάθε είδους μορφές ποιητικού λόγου και να τις κρίνη με μια υπέροχη δικαιοσύνη. »Εκείνο τον καιρό είχε φύγει ο Αλέξανδρος Εμπειρίκος για το εξωτερικό και ο Παλαμάς είχε γίνει το μόνο μου καταφύγιο, το παράθυρό μου προς τον ανοιχτό ορίζοντα.
»Τον Σεπτέμβριο του 1922 μου διάβασε το ποίημά του για τη μικρασιατική συμφορά. “Τους Λύκους”. Διάβαζε πολύ ωραία. Κοντεύουν 60 χρόνια από τότε και ακόμη θυμάμαι τη συγκίνησή μου. Μου έκανε εντύπωση ότι, ενώ δεν ήξερε παρά μόνο γαλλικά, από πολύ μέτριες μεταφράσεις ―η γαλλική γλώσσα δεν μπορεί να αποδώση ξενόγλωσσα κείμενα― κατόρθωσε να καταλάβη Άγγλους, Γερμανούς και Ιταλούς ποιητές, χάρις στο διεισδυτικό του αισθητήριο. »
Ώσπου να φύγω για τη Γερμανία, η επικοινωνία αυτή συνεχίσθηκε χωρίς διακοπή. Αλλά και όταν μετά τρία χρόνια γύρισα, ίσως όχι τόσο τακτικά, όμως πολύ συχνά, περνούσα μερικές ώρες στο “κελλί”, πάντα γόνιμες αλλά και ευχάριστες, διότι ο Παλαμάς, εκτός από τόσα άλλα που μου πρόσφερε, είχε χιούμορ, που το ασκούσε συνήθως εις βάρος του. Του άρεσε το αστείο και όταν του έλεγα κάτι που άξιζε να το διασκεδάσης, ξεκαρδιζόταν στα γέλια. »
Τακτικοί επισκέπτες στο “κελλί”, ήταν τα ίδια χρόνια μ’ εμένα και ο Κατσίμπαλης, κάποτε ο Δ. Αντωνίου (ο Καπετάνιος όπως τον λέγαμε, διότι εκτός από ποιητής ήταν και πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού), ο Σεφέρης, ο Καραντώνης [...] »
Τον ίδιο καιρό στην οδό Ασκληπιού ερχόταν και ο Σικελιανός [...]. »

Το 1930 του ανήγγειλα ότι σχεδιάζω να γράψω μια μελέτη για το έργο του. Το χάρηκε. Λίγο όμως αργότερα έπαθε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο από το οποίο συνήλθε, χωρίς όμως να ξαναγίνη ο παλιός Παλαμάς. Συγχρόνως με τον Παλαμά γκρεμίσθηκε και το “κελλί” του, όταν οι ιδιοκτήτες του αποφάσισαν να το κάνουν πολυκατοικία. »
Ακολούθησε η αναγκαστική μετακόμιση από την οδό Ασκληπιού στην οδό Περιάνδρου 5 στην Πλάκα, ένα πιο άνετο σπίτι, πιο ευρύχωρο αλλά που δεν απόκτησε ποτέ την υποβλητικότητα και τη ζεστασιά του “κελλιού”, όπου είχε ζήσει γύρω στα 50 χρόνια».
Ο Παλαμάς ταξίδεψε σ’ όλο τον κόσμο με τη μελέτη και τη φαντασία του, βιώνοντας στην κυριολεξία την «Ασάλευτη ζωή», στο κελί του, στο ιστορικό σπίτι της οδού Ασκληπιού 3, στο ασκητήριό του, στην «Πολιτεία και μοναξιά», μέχρις ότου αναγκάσθηκε στα τελευταία χρόνια της ζωής του να μετακομίσει σ’ ένα δρόμο κάθετο της Φιλελλήνων, στην Περιάνδρου 5. Στο ονομαστό «σαλόνι» του ιστορικού σπιτιού της Ασκληπιού 3 συγκεντρώνονταν επί χρόνια οι εκπρόσωποι της φιλολογικής Αθήνας, και τα τελευταία χρόνια του στην οδό Περιάνδρου 5.
«Ο Παλαμάς ―γράφει ο Κώστας Στεργιόπουλος―, ανήκει κατά μέγα μέρος στην Ιστορία. Φτάνει όμως να επιχειρήσουμε για μια στιγμή να τον αφαιρέσουμε, για να δούμε πόσο μεγάλο κενό ανοίγεται και πόσο αλλάζει μονομιάς η όψη της συνέχειας. Θα μπορούσαμε ν’ αναρωτηθούμε κι εμείς μαζί με τον Άγρα: “Είναι λοιπόν ―αδίσταχτα― μεγάλος ο Παλαμάς; Δεν ξέρω? μα τρέμω να φανταστώ τι θάταν η νεοελληνική ποίηση” ―ας προσθέσουμε και γενικότερα τα γράμματά μας― “χωρίς το ανάστημά του”. “Ένα παραμύθι δίχως γίγαντα? μια χώρα δίχως βουνό. Μια θρησκεία δίχως προφήτη. Μια ιστορία δίχως ήρωα”». Ο Άγγελος Σικελιανός στην ομιλία του στον «Παρνασσό» το 1936 με θέμα: «Ο Παλαμάς ασκητής και μύστης», θέλοντας να τοποθετήσει την τελική εικόνα του ποιητή μπροστά στους ακροατές του, «απλά και καθαρά» όπως λέει, τον ονομάζει, άγιο.
«Ο Παλαμάς», γράφει, «εμόχθησε, έλπισε, αγάπησε, αιμάτωσε, αγωνίστηκε, ενίκησε, για μας. Ο Παλαμάς λοιπόν, είναι ένας άγιος»7. Ο Παλαμάς όντως εμόχθησε σκληρά σμιλεύοντας στίχους και πεζά σαν τον χρυσικό στο εργαστήρι του. Δεν χάρηκε την άνετη ζωή, ούτε τη φύση. Αποτυπώνει αυτόν τον πιο τρανό καημό του σε στίχους, στη συλλογή του «Η Πολιτεία και Μοναξιά».

Ο πιο τρανός καημός μου

Την ώρα την υπέρτατη που θα το σβη το φως μου
αγάλια αγάλια ο θάνατος, ένας θε να είν’ εμένα
ο πιο τρανός καημός μου.
Δε θα είν’ οι κούφιοι λογισμοί, τα χρόνια τα χαμένα,
της φτώχειας η έγνοια, του έρωτα η ακοίμητη λαχτάρα,
μια δίψα μέσ’ στο αίμα μου, προγονική κατάρα,
μήτε η ζωή μου η αδειανή συρμένη απ’ το μαγνήτη
πάντα της Μούσας, μήτ’ εσύ, χιλιάκριβό μου σπίτι.
Ο πιο τρανός καημός μου
θα είναι πως δε δυνήθηκα μ’ εσέ να ζήσω, ω πλάση,
πράσινη απάνου στα βουνά, στα πέλαγα, στα δάση,
θα είναι πως δε χάρηκα σκυφτός μέσ’ τα βιβλία,
ω φύση, ολάκερη ζωή, κι ολάκερη σοφία!

Ο Κωστής Παλαμάς, τρεις μέρες μετά την κήρυξη του Ελληνοαλβανικού πολέμου (1η Νοεμβρίου 1940), απευθύνεται στα νιάτα της Ελλάδας με ένα τετράστιχό του που επιγράφεται «Στη νεολαία μας».

«Αυτό κρατάει ανάλαφρο μεσ’ την ανεμοζάλη
το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι,
αυτό το λόγο θα σας πω
δεν έχω άλλο κανένα
Μεθύστε με τ’ αθάνατο
κρασί του Εικοσιένα!»

Και τα παιδιά της Ελλάδας με τη φυσική λεβεντιά και πατριδολατρία τους αφουγκράσθηκαν τα λόγια του ποιητή και έγραψαν σελίδες δόξας και μεγαλείου στις δυσπρόσιτες και χιονισμένες κορυφές της Πίνδου και έτσι ο Κωστής Παλαμάς συνεπαρμένος απ’ τις νίκες των Ελλήνων γράφει το τελευταίο του ποίημα με τίτλο: «Η νίκη».
«Παιδιά μου ο πόλεμος, / για σας περνάει θριαμβευτής? / των άδικων ο πόλεμος / δεν είν’ εκδικητής / είναι ο θυμός της άνοιξης / και της δημιουργίας; / Κι’ αν είναι, και στον / πόλεμο μέσα η ζωή θυσία, / ο τάφος είναι πέρασμα / προς την Αθανασία!»

Ο ποιητής, εξαντλημένος ήδη, γερασμένος με άσπρα τα μαλλιά και τα γένια, άσπρα τα δασιά πυκνά φρύδια, που έπεφταν και σκέπαζαν σχεδόν τα μάτια του, δεν άντεξε στον χαμό της στοργικής συντρόφου του, που πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου 1943, και δεκαοκτώ ημέρες αργότερα προσευχόμενος και σιγοψέλνοντας έφυγε κι αυτός για την αιώνια ανάπαυση.
Έφυγε ο Παλαμάς που αναφέρθηκε στην ποίησή του σ’ όλες τις μεγάλες στιγμές της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης και με τον πλούτο των κοσμητικών του επιθέτων προσφώνησε την Παναγία με τα κατά τόπους ωραία επίθετά της, μαζεμένα απ’ όλη την Ελλάδα και αραδιασμένα αρμονικά στους εξής στίχους του:
«Παντάνασσα, Ελεούσα, Γλυκοφιλούσα, Ακάθιστη, Γιάτρισσα, Πονολύτρα, Παραμυθιά, Περίβλεφτη, Πανάχραντη, Οδηγήτρα, Αντιφωνήτρια, Τριχερούσα, Βαγγελίστρα, Γοργοεπήκοη, Αθηναία, Ρωμαία, Φανερωμένη» [Φ. 124].
Πέθανε στις 3.20’ π.μ., ημέρα Σάββατο, της 27ης Φεβρουαρίου 1943. Το θλιβερό άγγελμα διαδόθηκε αστραπιαία από στόμα σε στόμα σ’ όλη τη γερμανοκρατούμενη πρωτεύουσα. Ο Παλαμάς δεν ανήκε πλέον στην οικογένειά του αλλά σ’ ολόκληρο το έθνος. Στην κηδεία του στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, μια λαοθάλασσα έψαλλε με ρίγη εθνικής συγκίνησης τον Εθνικό Ύμνο. Κι ενώ το φέρετρο κατέβαινε στον τάφο, ακούστηκε η βροντώδης και θαρραλέα φωνή του Άγγελου Σικελιανού στον ύστατο ποιητικό–εθνικό αποχαιρετισμό, που ήταν ταυτόχρονα και μια δυναμική αντιστασιακή πράξη μπροστά στα μάτια των εμβρόντητων κατακτητών.

«...Ηχήστε οι σάλπιγγες... / καμπάνες βροντερές / δονήστε σύγκορμη τη χώρα / πέρα ως πέρα... Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!
................................................................................
Σημαίες της λευτεριάς, ξεδιπλωθείτε!»

Σε λίγο, το 2004, μαζί με τον Εθνικό μας Ύμνο, θα ανακρουσθεί και θ’ ακουστεί πανανθρώπινα, οικουμενικά, ο Ολυμπιακός Ύμνος που έγραψε ο Κωστής Παλαμάς και μελοποίησε ο Σπύρος Σαμάρας.
«Αρχαίο πνεύμα αθάνατο, αγνέ πατέρα
του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού,
κατέβα, φανερώσου κι’ άστραψε εδώ πέρα
στη δόξα της δικής σου γης και τ’ ουρανού».



ΠΗΓΗ

http://www.istoria.gr/sep03/content04.htm



Έχει επεξεργασθεί από τον/την ΜΗΔΕΙΑ στις Τετ 24 Oct 2012 - 23:08, 1 φορά






"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

Απ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Σαβ 20 Oct 2012 - 23:55

ΛΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ (1922 - 1998)




Η Λιλή Ζωγράφου (1922-1998) γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Ο πατέρας της ήταν εκδότης εφημερίδας με ιδιαίτερα φιλελεύθερες ιδέες για την εποχή του και πάθος για τη δημοσιογραφία. Η Ζωγράφου φοίτησε στο Λύκειο Κοραής και στο καθολικό γυμνάσιο των Ουρσουλίνων στη Νάξο. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής φυλακίστηκε για αντιστασιακή δράση ενώ ήταν έγκυος και γέννησε στη φυλακή. Μετά την απελευθέρωση εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Τη διετία 1953-1954 έζησε στο Παρίσι. Από τη θέση του δημοσιογράφου αντιτάχθηκε στη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Σήμερα ζει στην Αθήνα. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1950 με τη συλλογή από νουβέλλες Αγάπη, γνωστή έγινε όμως εννιά χρόνια αργότερα με την έκδοση του βιβλίου της Νίκος Καζαντζάκης - ένας τραγικός, απομυθοποιητική και ψυχαναλυτική προσέγγιση της προσωπικότητας του συγγραφέα. Συζητήσεις προκάλεσε και το δοκίμιό της Αντίγνωση - Τα δεκανίκια του καπιταλισμού στο οποίο υποστήριξε τη θεωρία της περί του χριστιανισμού ως θεμελιακού όρου για την επικράτηση του καπιταλισμού ανά τον κόσμο. Το πιο γνωστό έργο της είναι το μυθιστόρημα Η Συβαρίτισσα με έντονα αυτοβιογραφικό χρώμα και εμφανείς επιρροές από τη νιτσεϊκή φιλοσοφία. Το θεατρικό έργο της Τιμή ευκαιρίας για τον παράδεισο παραστάθηκε το 1976 από τη Β΄ σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

"Δεν πουλώ ύφος, στυλ, λογοτεχνία. Δεν γράφω διηγήματα. Καταθέτω γεγονότα και συμπτώματα της εποχής που ζω. Όλα όσα γράφω συνέβησαν. Σε μένα ή σε άλλους. Χρόνια τώρα σπαταλιέμαι, παρακολουθώντας όλα κι όλους."

Η ζωή περνά από μέσα μου, με διαποτίζει με την ασκήμια της, με γεμίζει λύσσα με την αδικία της την οργανωμένη, με ταπεινώνει με την ανημποριά μου ν’ αντιδράσω, να επαναστατήσω αποτελεσματικά, να υπερασπιστώ το μαζικό μας εξευτελισμό.

Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρόνων θα ξεκινούσα από τις κορφές των βουνών, αντάρτης, ληστής, πειρατής, ν’ ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους, όσο και κείνων που εθελοτυφλούν. Όχι, η επανάστασή μου δε θα στρεφόταν κατά του καταστημένου και του συστήματός του, αλλά εναντίον εκείνων που το ανέχονται. Θα σκότωνα, θα τσάκιζα την κακομοιριά, την υποταγή, την ταπεινοφροσύνη.

Η γη έτσι κι αλλιώς δε χωρά άλλους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Όπως δε χωρά άλλα φερέφωνα προκάτ επανάστασης.

Η ζωή γίνηκε πια πάρα πολύ απάνθρωπη για να την καλουπώνουμε σε σχήματα, δε μας ανήκει καν, όπως δε μας ανήκει τίποτα, από τη γη που κατοικούμε ως τα πρόσωπά μας.

Όταν ο κάθε τυχάρπαστος, ο κάθε τιποτένιος, μπορεί να μάς δέσει πάνω σε μια καρέκλα, σ’ έναν πάγκο ή σ’ ένα κρεβάτι, να μάς φτύσει, να μάς μαστιγώσει, να μάς βιάσει.

Το Σύστημα αποχαλινωμένο καλλιεργεί σκόπιμα την ασυνειδησία, την αγριότητα, το χάος, καταλύοντας το σεβασμό για τον ανθρώπινο παράγοντα. Δεν άφησε τίποτα ανεκμετάλλευτο, από το “χάσμα των γενιών” που αποκόβει τους ανθρώπους μεταξύ τους και ετοιμάζει τους αυριανούς παιδιά-καταδότες του Χίτλερ, ως την κατάργηση της οικογένειας.

Ο άνθρωπος βγαίνει στο σφυρί.

Για να μη βρίσκει το Σύστημα καμιά αντίδραση και να μπορέσει αύριο να βγάλει ελεύθερα στο σφυρί και τις πατρίδες.

Ο Παπαδόπουλος ήταν μια δοκιμή και στον ευρωπαϊκό χώρο, κατά το σύστημα των χιλιάδων πειραμάτων που πραγματοποιούνται σ’ όλες τις περιοχές του πλανήτη. Η συνταγή είναι πια κοινή: Όταν ένας λαός σηκώσει κεφάλι κατά του κυβερνήτη του, εκπρόσωπου του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, βρείτε έναν αλήτη και αναθέστε του να περάσει χειροπέδες σ’ αυτό το λαό. Κι αφήστε τον να εξουθενωθεί.

Το πιθανότερο είναι να συνηθίσει και να ζήσει εξουδετερωμένος από τριάντα μέχρι σαράντα χρόνια, όπως συνέβη στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Επειδή όμως οι καιροί αλλάζουν, τα πράματα πάνε γρηγορότερα, η συνταγή τροποποιήθηκε.

Πάρτε τα κλειδιά από τον αλήτη, δώστε τα στον παλιό κυβερνήτη και στείλτε τον να ξεκλειδώσει τις χειροπέδες. Ο λαός θα του γλείφει τα χέρια, βλέποντάς τον σαν ελευθερωτή του.

Γι’ αυτό και μεις, τα σύγχρονα πειραματόζωα, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε πάντα τον όρο π.Χ., που θα σημαίνει τώρα πια “προ Χούντας”, και μ.Χ., “μετά τη Χούντα”. Γιατί το πείραμα πέτυχε και δεν πρέπει να το λησμονούμε ούτε στιγμή. Η Ελλάδα εκδίδεται, συνειδητά και ασύνειδα. Κι ούτε ένας αθώος. Ανεύθυνος κανένας.

Λιλή Ζωγράφου, Οκτώβρης 1978 μ.Χ.


ΠΗΓΗ

http://tvxs.gr/news/biblio/ksanaginomoyn-eikosi-xronon-lily-zografoy



Μερικά από τα έργα της

(1999) Σύγχρονός μας ο Κάφκα, Αλεξάνδρεια
(1998) Από τη Μήδεια στη Σταχτοπούτα, Αλεξάνδρεια
(1998) Επάγγελμα πόρνη, Αλεξάνδρεια
(1998) Η γυναίκα που χάθηκε καβάλα στ' άλογο, Αλεξάνδρεια
(1998) Η γυναίκα σου η αλήτισσα, Αλεξάνδρεια
(1998) Και το χρυσάφι των κορμιών τους, Αλεξάνδρεια
(1998) Μου σερβίρετε ένα βασιλόπουλο, παρακαλώ, Αλεξάνδρεια
(1998) Παλαιοπώλης αναμνήσεων, Αλεξάνδρεια
(1997) Η Συβαρίτισσα, Αλεξάνδρεια
(1997) Νίκος Καζαντζάκης, Αλεξάνδρεια
(1997) Ο ηλιοπότης Ελύτης, Αλεξάνδρεια
(1996) Κώστας Καρυωτάκης, Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης, Αλεξάνδρεια
(1996) Οι εβραίοι κάποτε, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(1995) Νύχτωσε αγάπη μου, είναι χθες, Αλεξάνδρεια
(1994) Η αγάπη άργησε μια μέρα, Αλεξάνδρεια
(1992) Που έδυ μου το κάλλος, Γαβριηλίδης
(1974) Αντιγνώση, Αλεξάνδρεια


ΠΗΓΗ

http://www.biblionet.gr/author/328



Η ΛΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΓΝΩΡΙΣΑ


γράφει ο Βαγγέλης Ψαραδάκης

Με τη Λιλή γνωριστήκαμε τον Ιανουάριο του 1995, αν και ήμασταν γείτονες από το ’89, όταν μετακόμισα στο κέντρο της Αθήνας σε μια μονοκατοικία.Πίσω είχε κήπο κι άλλο ένα σπίτι, όπου έμενε μια γνωστή δικηγόρος. Η Λιλή έμενε Ζωοδόχου Πηγής 121, στον πάνω όροφο διπλοκατοικίας. Η πλαϊνή πλευρά αντίκριζε τον μικρό μας κήπο. Το βράδυ αργούσε να σβήσει το φως στο γραφείο. Αργά τ’ απογεύματα μα και κάμποσες νύχτες, ακουγόταν συχνά δυνατή κλασική μουσική. Φθινόπωρο ’91, την επισκεφθήκαμε με μια φίλη. Γνωρίζαμε ότι έγραφε μια μελέτη για τη σχέση ανδρών–γυναικών και θέλαμε συνέντευξη για ένα περιοδικό που επρόκειτο να επανεκδοθεί. Ήταν διστακτική, άφησε να καταλάβουμε ότι δεν μπορούσε. Καλοκαίρι ’93, την τσάκωσα να πετά φαγώσιμα στα γατιά στον κήπο μας. Σκάλωναν συχνά στα δέντρα. Ένα μεσημέρι είχε ανέβει στο παγκάκι, μετά σ’ ένα βαρέλι. Προσπαθούσε να τα ρίξει στο έδαφος μ’ ένα μπαστούνι, ατηγάνιστα νοστιμότατα ψάρια – αλίμονο, αν έμεναν κρυμμένα! Όταν της έγινε παρατήρηση, ερχόταν και φρόντιζε τις γάτες στον κήπο. Ένα άλλο μεσημέρι, καθώς με τη δικηγόρο προσπαθούσαμε να αποσπάσουμε ένα ξύλινο σκάλισμα από ένα έπιπλο παλιό, ένα παντζούρι άνοιξε με πάταγο και ακούστηκε μια βαθιά οργισμένη φωνή – στο τέλος, μας περιέλουσε και μ’ ένα «α σιχτίρ!» Ήταν άνθρωπος αψύς. Ένας μύθος περικύκλωνε τη Λιλή…

Εορτή

Η γιορτή του Άη Γιάννη έπεφτε Κυριακή, λαγοκοιμόμουν όταν χτύπησε το κουδούνι. Δεν ήταν μόνη, συνοδευόταν από φίλη. Τις είχα δει στο γωνιακό ψιλικατζίδικο. Η Λιλή ήταν άνθρωπος εξωστρεφής, της άρεσε να γνωρίζει τους νέους και να συζητά μαζί τους. Ξαφνιάστηκα με την απρόσμενη επίσκεψη. Εκείνο που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν άλλο. Έψαχνα ένα βιβλίο, την ποίηση του Ναπ. Λαπαθιώτη, με την επιμέλεια του Άρη Δικταίου, σπάνιο πια, πανάκριβο, ίσως να το είχε. Μαζί τους ήταν και το σκυλάκι της. Ρώτησα για την επίσκεψη. Είχε μάθει ότι πουλιόταν το σπίτι, ενδιαφερόταν. Το δικό της θα έβγαινε στο σφυρί. Έκανε μια κίνηση απελπισίας, όταν ρώτησα για τη μελέτη της. Θα καθυστερούσε να φτάσει στο τυπογραφείο. Δεν θυμάμαι τι άλλο είπαμε. Πολύ χάρηκε, πάντως, όταν έμαθε ότι κρατώ από την Κρήτη. Έκανα και την ερώτηση που μ’ έκαιγε. «Πρέπει να το έχω, νομίζω πως ο Δικταίος, μου χάρισε ένα αντίτυπο». Άρπαξα την ευκαιρία και τη ρώτησα για κείνον, από την Κρήτη ήταν, συνομήλικός της. «Το 1956, τον τίμησαν με το Α΄ κρατικό βραβείο ποίησης». Το γέλιο της ήταν βαθύ, τρανταχτό. Δεν δίστασα: «Εσάς, γιατί δεν σας έχουν βραβεύσει;» Ειρωνικό μειδίαμα, έκφραση σιγουριάς, όχι καημού. «Εμένα, παιδί μου, δεν θα με βραβεύσουν ποτέ. Τους ενοχλώ… Τι να το κάνω; Το αληθινό βραβείο μου το δίνει ο κόσμος που αγοράζει τα βιβλία μου». Δυο μέρες μετά, έστειλε έναν αρχιτέκτονα να ελέγξει το σπίτι. Δεν τη συνέφερε να το αγοράσει και να το φτιάξει. Αυτός μου έδωσε και το βιβλίο. Τηλεφώνησα να την ευχαριστήσω, θα το φωτοτυπούσα και θα το επέστρεφα. «Χάρισμά σου, παιδί μου, τι να το κάνω; Εσύ το χρειάζεσαι».


Στιγμιότυπα


Μέχρι το Πάσχα του ’95 βρισκόμασταν τυχαία στο γωνιακό ψιλικατζίδικο. Μερικά βράδια τη συναντούσα καθώς πήγαινε καλεσμένη σε κάποιο τραπέζι. Άλλες φορές στο Μέγαρο Μουσικής, ήταν μέλος του. Πάντοτε καλοντυμένη, φινετσάτα ρούχα και κοσμήματα, διακριτικό μακιγιάρισμα, χτένισμα προσεγμένο. Ήταν πολύ κοκέτα. Πάσχα ’95 πήγε στην Κρήτη διακοπές. Είχε αγοράσει ένα χάλασμα στη Μίλατο, το έφτιαξε με παραδοσιακό τρόπο, το επίπλωσε και στόλισε με χίλια δυο. Σκόπευε να το δωρίσει στον Δήμο, αλλά κάτι έγινε και ναυάγησε. Το πούλησε σ’ ένα ζευγάρι Άγγλων, βάφτισε και το κοριτσάκι τους. Ήταν πολύ ανανεωμένη όταν γύρισε. Μου έδειξε τη φωτογραφία της πιτσιρίκας. «Δεν είναι γλύκα; Τώρα, στα γεράματα, μαθαίνω κι Αγγλικά…» Δεν είχε βρει το κατάλληλο σπίτι, είχε αλλάξει γνώμη: «Γιατί ν’ αγοράσω σπίτι, τώρα; Θα νοικιάσω ξανά». Πλησίαζε έντεκα το βράδυ, όταν πρότεινε: «Τι λες, πάμε στο σπίτι μου για μια ρακή;» Όσην ώρα ήταν στην κουζίνα, παρατηρούσα τον διάκοσμο, λιτό και καλόγουστο. Έπιπλα παλιά, δουλεμένα στο χέρι, λιγοστά κάδρα και φωτογραφίες, ωραία αντικείμενα. Εντυπωσιάστηκα με τρία γυάλινα ποτήρια διαφορετικού χρώματος, ενετικά, όπως έμαθα, κειμήλια της οικογένειας. Καθίσαμε στις δυο άκρες του καναπέ. Απέναντι ένα παμπάλαιο σκαλιστό ανάκλιντρο. Ανάμεσά μας, ένας δίσκος μ’ ένα μπουκάλι βότκα, πάγο και τα σχετικά. Στο πικάπ μια συμφωνία του Μπρούκνερ.


Εκμυστηρεύσεις


Ρώτησα αν έγραφε νέο βιβλίο. «Έχω μια ιδέα, μυθιστόρημα… Ο κεντρικός ήρωας θα είναι άντρας.» Επικρότησα, επισημαίνοντας ότι οι πιο ολοκληρωμένοι χαρακτήρες στα βιβλία της είναι οι γυναίκες. «Ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης που γνωρίζεται με δυο παστρικές…» Δεν το είχε αρχίσει. «Από την Άνοιξη έχει πολύ φως, δυσκολεύομαι να γράψω.» Με ρώτησε ποια βιβλία της είχα διαβάσει. Της ανέφερα κάποια δοκίμιά της. Από το πεζογραφικό της έργο ανέφερα περισσότερους τίτλους. «Διάβασες τη Συβαρίτισσα;» Έγνεψα αρνητικά. Μίλησε για τα δύσκολα παιδικά κι εφηβικά της χρόνια, για την καταπίεση του αυταρχικού πατέρα, το σχολείο των Γαλλίδων καλογραιών στη Νάξο. Για τη δικτατορία του Μεταξά, τον πόλεμο, τη σύλληψη και φυλάκισή της από τους Γερμανούς, την κόρη που γέννησε στο κελί… Για την απελευθέρωση και την προσωπική της επανάσταση. Για την παλιά Αθήνα και τον κύκλο των αριστερών διανοούμενων. Μίλησε για τη φτώχεια και τις δουλειές που άλλαζε – «το τίμημα τής ελευθερίας μου». Αναφέρθηκε στη δημοσιογραφική δραστηριότητα και στα ταξίδια της στο εξωτερικό. Μίλησε για τη Χούντα, τη Μεταπολίτευση, την Αλλαγή… Λίγες λέξεις, ένα νεύμα, μια ανάλαφρη κίνηση, ένας μορφασμός ή μειδίαμα, αρκούσαν για την ατμόσφαιρα κάθε εποχής. Σε λίγη ώρα πέρασε μπροστά στα μάτια μου η Ελλάδα, με τα πάθη και τα δεινά της. Πόσο εκφραστική γινόταν όταν μιλούσε για τα νιάτα της! Όχι μόνο στο πρόσωπο, αλλά και στις κινήσεις των χεριών της. Γύρω στη μία σηκώθηκα να φύγω, είχε κουραστεί. «Κάτσε να σου δώσω τη Συβαρίτισσα.» Έφερε το βιβλίο, δανεικό. «Θα σου πω κάτι, αλλά μην το πεις πουθενά. Είναι αυτοβιογραφικό.»



Και άλλα τινά…


Νέα συνάντηση σπίτι της. Ανέφερε πως ήταν καλεσμένη στην Καστοριά για μια διάλεξη. Σκεφτόταν να διαβάσει αποσπάσματα από την ανέκδοτη μελέτη της. Όταν συναντηθήκαμε ξανά, είχε αλλάξει γνώμη, θα διάβαζε μια παλιότερη διάλεξή της. Επεσήμανα ότι είχε εκδοθεί σε βιβλίο, πιθανόν κάποιοι να το είχαν διαβάσει. Συμφώνησε, αλλά είπε ότι δεν είχε χρόνο να ετοιμάσει κάτι καινούργιο. Έπειτα, έκρινε ότι το θέμα της μελέτης ήταν τολμηρό για μιαν επαρχιακή πόλη. Στο παρελθόν, είπα, δεν είχε διστάσει μπροστά σε δεινότερες καταστάσεις. Εκτός από αυθόρμητη, η παρατήρησή της ήταν καίρια: «Ναι, μόνο που τότε ήξερες με ποιους έχεις να κάνεις!» Γύρισε από την Καστοριά, ήταν ενθουσιασμένη. Είχε ακολουθήσει την αρχική σκέψη. Το κοινό την αποθέωσε – κίνητρο για να δει τη μελέτη της από άλλη σκοπιά και να την τελειώσει. Σε λίγες μέρες θα πήγαινε στην Κρήτη, ήθελε να τη συνοδεύσω στον κτηνίατρο. Το άλλο πρωί χτύπησα το κουδούνι, άνοιξε η αλλοδαπή που είχε για τα ψώνια, τις δουλειές του σπιτιού και συντροφιά. Καθίσαμε για καφέ στο γραφείο της. Της επέστρεψα τη «Συβαρίτισσα», με ρώτησε πώς μου φάνηκε. Η κρίση ήταν επιγραμματική: «Μια ακροβασία ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό.» Από ένα χαμόγελό της κατάλαβα ότι της άρεσε. Τη συνόδευσα στον κτηνίατρο. Επειδή όλο το προηγούμενο διάστημα είχα προσέξει ότι το φως στο γραφείο της έμενε ανοιχτό μέχρι αργά, ρώτησα. Είχε αρχίσει το νέο της βιβλίο.



Δυο τρεις συναντήσεις


Εγκαταστάθηκα Κρήτη και χαθήκαμε. Σ’ ένα ταξίδι, διαπίστωσα πως η Λιλή είχε μετακομίσει, δεν ήξεραν πού. Αρχές Σεπτεμβρίου ’96, συναντηθήκαμε στη διασταύρωση Μαυρομιχάλη & Διδότου. Η Λιλή είχε βγάλει βόλτα το σκυλάκι της. Ήταν μεγάλη η έκπληξη και η χαρά. Με πήρε αγκαζέ και προχωρήσαμε στο νέο της σπίτι, ένα μεγάλο διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο, γωνία Διδότου & Χαρ. Τρικούπη. Ήταν λαχανιασμένη, πάτησε το κουμπί του ασανσέρ με ανακούφιση. «Ευτυχώς, δεν μπορώ πια ν’ ανεβαίνω σκάλες...» Προχωρήσαμε στο γραφείο της. Η μελέτη προχωρούσε αργά μα σταθερά. Είχε γυρίσει πρόσφατα από διακοπές στην Κρήτη και μου αφηγήθηκε πώς πέρασε. Έγραψε σ’ ένα χαρτάκι τα τηλέφωνά της. «Όποτε έχεις χρόνο, να περνάς…» Δυο φορές ακόμη συναντηθήκαμε. Η μία την Άνοιξη ’97, Αθήνα. Ήταν καταπονημένη. «Την Άνοιξη, όλοι εμείς οι ηλικιωμένοι, δεν νιώθουμε καλά…» Εξακολουθούσε να βασανίζεται με τη μελέτη, φαινόταν μπαϊλντισμένη. «Να την τελειώσω και ν’ αρχίσω ένα μυθιστόρημα…» Ρώτησα για κείνο που άρχισε το καλοκαίρι του ’95. Το είχε παρατήσει. Μίλησε για την τηλεοπτική σειρά που γυριζόταν το τελευταίο της μυθιστόρημα. Δεν της άρεσε η διανομή των ρόλων. Είχε πάει μερικές φορές στα γυρίσματα, μετά σταμάτησε. Μια νέα συνάντησή μας, Ιανουάριος ’98, αναβλήθηκε, είχε εισαχθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Έφυγα πάλι για την Κρήτη. Νέο ταξίδι στην πρωτεύουσα, προτελευταία συνάντησή μας, Ιούνιος ’98. Το σκυλάκι της είχε σχολάσει πια, όμως δεν ήταν απαρηγόρητη, ένα νέο τη συντρόφευε. Η μελέτη είχε πάρει την άγουσα για το τυπογραφείο. Οι γιατροί της είχαν απαγορεύσει το κάπνισμα, δεν το έκοψε, το μείωσε στα δέκα τσιγάρα. Τη ρώτησα αν είχε αρχίσει το μυθιστόρημα που τόσο λαχταρούσε. Όχι. Άφησε να φανεί ο λόγος. «Όταν έγραφα, κάπνιζα πολύ!» Τον Ιούλιο, θα ερχόταν στην Κρήτη. Είπαμε να βρεθούμε κει.



Αποχαιρετισμός


Συναντηθήκαμε στις 4-10-1998 στο Ηράκλειο. Ήταν κόσμος πολύς στον Άγιο Τίτο. Καθώς προσκυνούσα το λείψανο, πρόλαβα να χαϊδέψω μια τούφα των μαλλιών της. Ένα τρανταχτό χειροκρότημα έπεσε στο προαύλιο μόλις βγήκε το φέρετρο. Έπειτα στο νεκροταφείο του Αγίου Κωνσταντίνου. Παρατηρούσα την κηδεία και σκεφτόμουν ότι ο χαρακτηρισμός που της έδωσε ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, γράφοντας κριτική για τη Συβαρίτισσα το 1988, ήταν πολύ εύστοχος, καίριος. Ναι, η Λιλή Ζωγράφου ήταν –και θα παραμείνει– η σκοτεινή θεά Εκάτη της λογοτεχνίας μας.

ΥΓ. Σε συνεντεύξεις της αλλά και στα σχετικά βιογραφικά σημειώματα, η Λιλή φέρεται να έχει γεννηθεί το 1922. Στον τάφο της όμως αναγράφεται ότι γεννήθηκε πέντε χρόνια νωρίτερα, το 1917. Ρώτησα έναν καλό της φίλο, έγκριτο δημοσιογράφο, και το επιβεβαίωσε απερίφραστα. Αχ, βρε Λιλή, πάλι μας την έσκασες…

Βαγγέλης Ψαραδάκης



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ & ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ο Βαγγέλης Ψαραδάκης γεννήθηκε στις Αρχάνες Ηρακλείου Κρήτης. Σπούδασε Νομικά στην Κομοτηνή. Από το 1995, κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά κι εφημερίδες της Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Κρήτης. Από το 2007 άρχισαν οι δημοσιεύσεις του στο διαδίκτυο. Εκτός από τη γραφή, ασχολείται ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία και το θέατρο, ενώ έχει επιμεληθεί και την έκδοση διάφορων βιβλίων.
Με το κείμενο «Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Μήτσος Παπανικολάου και οι ουσίες», συμμετείχε στον συλλογικό τόμο «Canavaccio: Κείμενα περί της ηδονιστικής δρόγης», εκδόσεις Heteron, Αθήνα 2008.
Με τα κείμενα «Ο θάνατος, η κηδεία του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (31-10-1888 * 8/11-1-1944) και άλλα τινά…» και «Ιωάννης Κονδυλάκης (επιμέλεια) & Frederick Ragovin (επιμέλεια) & Αριστείδης Χαιρέτης (Γυαλάφτης): 25 + 25 + 25 Μαντινάδες», συμμετείχε στην ετήσια συλλογική έκδοση «Ποιείν Αλμανάκ 2009», Αθήνα 2010, της ιστοσελίδας Ποιείν – Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης.
* * *
Η Κάρεν Μπέιερ γεννήθηκε στην Ολλανδία. Σπούδασε Νέα Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Κρόνιγκεν. Την πτυχιακή της μελέτη την έκανε πάνω στο έργο της συγγραφέως με τίτλο «Λιλή–Ελένη: “Η Συβαρίτισσα” της Λιλής Ζωγράφου» – 1992. Κατοικεί στις Αρχάνες και εργάζεται ως διπλωματούχος ξεναγός.
* * *
Η πρώτη γραφή του κειμένου αυτού δημοσιεύτηκε στην ηρακλειώτικη εφημερίδα «Η Μεσόγειος» στις 15-11-1998, 40 ημέρες από τον θάνατο της συγγραφέως. Μια άλλη γραφή του δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Ποιείν (www.poiein.gr) στις 2-10-2007, ενώ εκκρεμεί η έκδοση μιας εμπλουτισμένης γραφής του, όπως και του σχετικού κειμένου της Κάρεν Μπέιερ, στον αναμνηστικό τόμο που έχει ετοιμάσει το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας.

ΠΗΓΗ

http://www.eyelands.gr/site/index.php?option=com_content&view=article&id=43:lili-zografou&catid=42:afieromata&Itemid=87






Έχει επεξεργασθεί από τον/την ΜΗΔΕΙΑ στις Τετ 24 Oct 2012 - 23:09, 1 φορά






"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

Απ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Κυρ 21 Oct 2012 - 20:17

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ (1933)




Ο Βασίλης Βασιλικός γεννήθηκε στην Καβάλα. Ο πατέρας του Νίκος Βασιλικός διετέλεσε βουλευτής με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου μετακόμισε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη, όπου έμεινε ως το 1957 - με σύντομη επιστροφή στην Καβάλα μετά το τέλος του πολέμου- και σπούδασε στο νομικό τμήμα του Πανεπιστημίου. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας υπηρέτησε ως αξιωματικός διερμηνέας. Ακολούθησε ολιγόχρονη παραμονή του στην Αθήνα και το 1959 έφυγε για σπουδές τηλεσκηνοθεσίας στη σχολή της R.C.A. στη Νέα Υόρκη. Επέστρεψε στην Ελλάδα στα τέλη του 1960 και έμεινε στην Αθήνα ως το 1967. Τότε άρχισε τη συνεργασία του με το περιοδικό Ο Ταχυδρόμος. Παράλληλα εργάστηκε ως σεναριογράφος και βοηθός σκηνοθέτη στο χώρο του ξένου και ελληνικού κινηματογράφου. Μετά την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών αυτοεξορίστηκε σε χώρες της δυτικής Ευρώπης και στη Νέα Υόρκη, όπου ανέπτυξε αντικαθεστωτική δράση μαζί με τη γυναίκα του Μιμή, με την οποία δημιούργησε και τον εκδοτικό οίκο 8 ½ , όπου κυκλοφόρησε πολλά βιβλία του. Στη Ελλάδα επέστρεψε με τη μεταπολίτευση και συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά όπως η Ελευθεροτυπία, Τα Νέα, η Καθημερινή, η Αυγή, το Βήμα, η Νέα Εστία, η Επιθεώρηση τέχνης, η Καινούργια Εποχή, Το Δέντρο, το Αντί. Το 1981 επί κυβερνήσεως Πα.Σο.Κ διετέλεσε αναπληρωτής γενικός διευθυντής της κρατικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, θέση από την οποία παραιτήθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα. Συνέχισε να ζει κυρίως στο εξωτερικό ως το 1993, οπότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου μένει ως σήμερα. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1949 με τη δημοσίευση ποιημάτων στην εφημερίδα Μακεδονία. Το 1953 εξέδωσε τη νουβέλα Η διήγηση του Ιάσονα. Ακολούθησε το αποτελούμενο από τις νουβέλες Το φύλλο, το πηγάδι και Τ’ αγγέλιασμα τρίπτυχο, γνωστός όμως τόσο σε πανελλήνιο όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο έγινε το 1966 με τη δημοσίευση του μυθιστορήματος Ζ, φανταστικό ντοκυμανταίρ ενός εγκλήματος με θέμα τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, που έγινε και κινηματογραφική ταινία τρία χρόνια αργότερα σε σκηνοθεσία Κώστα Γαβρά. Τιμήθηκε με το βραβείο Mediteranneo στο Παλέρμο της Σικελίας για το σύνολο του έργου του (1978). Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου του Βασιλικού είναι το αυτοβιογραφικό στοιχείο, ο πολιτικός και κοινωνικός προβληματισμός, το χιούμορ και η ειρωνεία και η κατάλυση της παραδοσιακής αφηγηματικής γραφής, τόσο στο επίπεδο της ροής του λόγου όσο και στη χρονική συνοχή και εξέλιξη των γεγονότων, με επιρροές από τη δημοσιογραφική και την κινηματογραφική τεχνική.

1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Βασίλη Βασιλικού βλ. Ζήρας Αλέξης, «Βασιλικός Βασίλης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984 και του ιδίου «Βασίλης Βασιλικός», Η μεταπολεμική πεζογραφία · Από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ‘67Β΄, σ.342-363. Αθήνα, Σοκόλης, 1988.στη χρονική συνοχή και εξέλιξη των γεγονότων, με επιρροές από τη δημοσιογραφική και την κινηματογραφική τεχνική. 1.

ΠΗΓΗ

http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=119



Βασίλης Βασιλικός: Ο Φελίνι, οι Ρώσοι, ο Ανδρέας κι εγώ
Eπειτα από 45 χρόνια ο συγγραφέας επανεκδίδει σε ένα δίτομο (εκδόσεις Παπαζήση) όλες τις χειροποίητες εκδόσεις

Eπειτα από 45 χρόνια ο Βασίλης Βασιλικός επανεκδίδει σε ένα δίτομο (εκδόσεις Παπαζήση) όλες τις χειροποίητες εκδόσεις «8½» που εξέδιδε ο ίδιος με πρόχειρους συνήθως τρόπους στο εξωτερικό, στη Ρώμη, στο Παρίσι, στη Γερμανία, στη Σουηδία μεταξύ των ετών 1967-1273. Είναι «η λογοτεχνία της εξορίας», όπως την ονοματίζει ο επιμελητής και μελετητής του έργου του Β. Βασιλικού, Κώστας Καλφόπουλος. Είναι βιβλία που μιλάνε για το τι συζητούσαν οι πολιτικοί εξόριστοι στα καφενεία. Διάφοροι μονόλογοι. Η ιστορία του αγωνιστή Νίκου Ζαμπέλη, εξάδελφου του Αλέξανδρου Παναγούλη. Για τους Τουπαμάρος από τον Ρεζί Ντεμπρέ. Μυθοπλασίες όπου πρωταγωνιστούν υπαρκτά πρόσωπα κ.ά. Οντας εξόριστος και ο ίδιος ο συγγραφέας προσπαθεί να αντιμετωπίσει την αμφιθυμία των εποχών, τα ρεύματα του μοντέρνου που κατακλύζουν τη Δύση και την οπισθοδρόμηση με τις εθνικιστικές εξάρσεις της χούντας των συνταγματαρχών. Ανάμεσά τους ο Β. Βασιλικός νοσταλγεί, αντιδρά, απογοητεύεται, ελπίζει θέλοντας να καταλάβει ποια είναι η ταυτότητα της χώρας του.


Κύριε Βασιλικέ, τι ακριβώς ήταν οι εκδόσεις «8½» και γιατί επανεκδίδονται σε ένα δίτομο τώρα;
«Είναι μια ιδιαίτερη έκδοση. Τα βιβλιαράκια αυτά κυκλοφόρησαν στο εξωτερικό ανάμεσα στους Ελληνες, στη Γερμανία, στον Καναδά και μόνο δύο βγήκαν στη Μεταπολίτευση από τις εκδόσεις Πλειάς. Είχα στείλει μερικά στην Αθήνα, με έναν ξάδελφό μου, και του παρήγγειλα να τα δώσει στον Βαγγέλη Λάζο, της Δωδώνης. Οσοι τα βρήκαν εκεί τα πήραν. Επειτα από 45 χρόνια από την εποχή της χούντας είπαμε με τον επιμελητή Κώστα Καλφόπουλο να τα εκδώσουμε και πάλι στις εκδόσεις Παπαζήση με τη διαφορά ότι τοποθετήθηκαν σε ένα δίτομο με διαφορετική χρονολογική σειρά, που τα κάνει, κατά τη γνώμη μου, πιο ενδιαφέροντα».


Πού γράφτηκαν αυτά τα βιβλία;
«Τα περισσότερα τα έγραψα στο Δυτικό Βερολίνο. Οταν έμπαινα στο Βερολίνο λες και χτυπούσε ένα εγκεφαλικό μου κύτταρο και έμπαινα στην πρίζα. Αρχισα να γράφω αμέσως. Και στη Ρώμη ή στη Νέα Υόρκη έγραφα. Αντίθετα στο Παρίσι ήταν αδύνατον να συγκεντρωθώ και να γράψω. Ηταν τόσο ενδιαφέρουσα η ζωή, συνέβαιναν τόσα πράγματα που δεν με άφηναν να συγκεντρωθώ».

Πώς κυκλοφορούσαν αυτά τα βιβλία. Πωλούνταν, σας πλήρωναν;
«Τα έκανα πακέτο, τα έβαζα σε ένα κόκκινο κουτί και τα έστελνα με το ταχυδρομείο. Το κόστος όλων των βιβλίων ήταν 34 μάρκα και 74 σεντς. Κάποιοι με πλήρωναν, κάποιοι όχι. Μια φορά εντόπισα κάπου στην περιοχή του Ρουρ έντεκα παραλήπτες που δεν με είχαν πληρώσει και πήγα να τους βρω. Ο πρώτος που συνάντησα αρνήθηκε να τα πληρώσει λέγοντάς μου ότι τα βιβλία αυτά είναι ιερά, τα είχε βάλει δίπλα στο εικόνισμα: "Είναι ιερά", μου λέει, "ανεκτίμητα, δεν πληρώνονται". Ο δεύτερος αντί να με πληρώσει ήθελε να μου δώσει το αυτοκίνητό του. Απογοητεύθηκα. Τους άλλους εννιά δεν τους έψαξα ποτέ».


Γιατί ονομάσατε τις εκδόσεις αυτές «8½»;
«Τις ονόμασα "εκδόσεις 8½" προς τιμήν της ομότιτλης ταινίας του Φελίνι. Μόλις είχε παιχτεί στους κινηματογράφους και όλοι είχαμε μείνει άναυδοι. Ο κινηματογράφος προξενούσε μεγάλη εντύπωση, θυμάμαι αντίστοιχη εντύπωση μας είχε προκαλέσει "Η δίκη" του Κάφκα όταν την είδαμε στην ταινία του Ορσον Γουέλς».


Είναι μια έκδοση νοσταλγίας;
«Ο,τι κατέγραφα τότε ήταν από τη μεριά του απόντος. Ο Κούντερα το έχει γράψει πολύ ωραία στο Βιβλίο του γέλιου και της λήθης: Κοιτώντας ο εξόριστος ήρωάς του την Πράγα από μακριά το δάκρυ του γίνεται μεγεθυντικός φακός και βλέπει καθαρά τα πρόσωπα των εναπομεινάντων στην πατρίδα».


Παρατηρώ ότι επανεκδίδετε συνεχώς τα βιβλία σας, αλλά δεν βλέπω τίποτε καινούργιο. Υπάρχει άραγε κάτι στα σκαριά;
«Χίλιες διακόσιες σελίδες περιμένουν την έκδοσή τους. Είναι το ημερολόγιό μου για 20 χρόνια, από το 1998 ως το 2008. Πιστεύω ότι θα έχει ενδιαφέρον, αν σκεφτείτε ότι γνώρισα πολλά πρόσωπα και μπλέχτηκα σε πολλές καταστάσεις».


Στην Ελλάδα θυμόμαστε κυρίως τη θητεία σας στην ΕΡΤ. Μετά φαίνεται να ξεκόβετε. Γιατί δεν μείνατε εδώ;
«Στην Ελλάδα γύρισα τον Αύγουστο του 1974 και έφυγα τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς. Κάτι με πείραξε. Η εξαργύρωση των αντιστασιακών επιταγών; Οτι όλα αυτά τα χρόνια, όλα αυτά τα βιβλία που έγραψα δεν αντιστοιχούσαν με την εδώ πραγματικότητα; Δεν ξέρω. Ξαναγύρισα στη Ρώμη. Την τριετία 1981-1984 βρίσκομαι στην ΕΡΤ και μετά φεύγω πάλι με τη Βάσω από την Ελλάδα. Ημουν τόσο αφομοιωμένος μέσα στην ΕΡΤ που όταν έβγαινα έξω ήμουν σαν ζαλισμένο κοτόπουλο. Πρακτικά δεν έζησα στην Αθήνα, αλλά στην ΕΡΤ. Γύρισα στην Αθήνα το 1995, έφυγα πάλι το 1996, για να γυρίσω ξανά το 2005».


Με την Αριστερά δεν είχατε καλές σχέσεις...
«Δεν έμπλεξα με κανένα κόμμα ποτέ. Βέβαια, όταν ο Φίλιππος Ηλιού, περπατώντας δίπλα στον Σηκουάνα, μου πρότεινε να μπω στο ΠΑΜ, δέχτηκα. Μπήκα στην Αριστερά μέσω του Μίμη Δεσποτίδη, όχι μέσω ενός κόμματος. Αυτός εξάλλου είχε επιμείνει να γράψω το Ζ».


Το επίσημο ΚΚΕ τι έλεγε για εσάς;
«Θα σας πω μια ιστορία: όταν παρουσιάσαμε το Ζ στη Ρωσία με τη Μαρία Μπέικου, που έκανε τη μετάφραση, οι Ρώσοι ήθελαν να δουν τον Υβ Μοντάν, αλλά δεν ήθελαν να ακούσουν για τη δυτική Αριστερά. Ηδη οι Ρώσοι μού είχαν αφαιρέσει από το βιβλίο μια παράγραφο που μιλούσε για την Κίνα. Στην Ενωση Συγγραφέων το 1969 παίζεται η ταινία. Θα ακολουθούσε συζήτηση, όμως κανένας δεν ρωτάει. "Ακρα του τάφου σιωπή". Τους προτρέπω να ρωτήσουν έστω τι απέγιναν οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της ταινίας, τίποτα. Ομως, κατεβαίνοντας να φύγω με πλησιάζουν και μου ρίχνουν χαρτάκια στην τσέπη, μαζί και μια μικρή παλιά εικόνα της Παναγίτσας. Περιείχαν ευχαριστίες, χαιρετίσματα στον Ρίτσο, στον Μίκη, στον Γλέζο κ.ά.».


Ησασταν ο πρώτος που γράψατε doc fiction, όπως ο Τρούμαν Καπότε…
«Πράγματι. Doc fiction ήταν το Εκτός των τειχών, το Ζ και όλα αυτά που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις 8½. Δεν μπορούσα να γράψω μυθιστόρημα. Ο γάλλος ποιητής Υβ Μπονφουά μού είπε κάποτε: "Γιατί, Βασίλη, με το υλικό που έχεις δεν κάνεις ένα μυθιστόρημα α λα Μπαλζάκ;". Το σκέφτηκα πολλές φορές, αλλά δεν μπορούσα. Δεν κρατιόμουν από το να τα εκδώσω. Δεν είχα την ψυχική ηρεμία, όπως μετά τη Μεταπολίτευση, όταν έγραψα τον Γλαύκο Θρασάκη. Κάποτε στο Παρίσι ήμασταν στο σπίτι μιας φίλης, υπεύθυνης για τα ξένα βιβλία των εκδόσεων Γκαλιμάρ, ο Κορτάσαρ, ο Λιόσα, ο Μάρκες και εγώ. Δεν ήταν όλοι τότε πολύ γνωστοί. Αυτή μάς πρότεινε να γράψει ο καθένας μια νουβέλα και να εκδοθούν μαζί και μάλιστα ήθελε πρώτος να ξεκινούσα εγώ. Ημουν ήδη γνωστός από το Ζ. Ηταν οι μέρες που είχαν πιάσει τον φίλο μου Λελούδα, το μυαλό μου ήταν αλλού, ούτε καν το σκέφτηκα. Αργότερα αναρωτήθηκα τι βλακεία έκανα».


Αρκετοί κριτικοί στην Ελλάδα δεν φαίνεται να σας αναγνωρίζουν...
«Παλιότερα ήταν πιο έντονο. Τώρα λόγω και της εκπομπής αρχίζουν και με αναγνωρίζουν, ερευνητές ασχολούνται με τα βιβλία μου κτλ. Ολα τα λάθη βέβαια ήταν δικά μου, καθώς γυρίζω στη Μεταπολίτευση και εκδίδω 48 βιβλία σε τρία χρόνια. Τους κατέκλυσα, τους απογοήτευσα, τους απομάκρυνα».


Κάτι τελευταίο. Τι βλέπετε, θα τα καταφέρει η χώρα;
«Υπάρχει ένας σωστός άνθρωπος στη σωστή θέση, ο Γιάννης Στουρνάρας, που μπορεί να μιλήσει στη γλώσσα τους. Μπορεί να πετύχει το maximum, που φυσικά είναι το minimum που όλοι θέλουμε».


«Ο συναισθηματισμός “έφαγε” τον Ανδρέα»

Ο Βασίλης Βασιλικός διατηρούσε καλές σχέσεις με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Πώς και δεν πολιτεύτηκε;
«Ο Ανδρέας επέμενε να πολιτευτώ. Δεν ήθελα με τίποτα. Είχα πατέρα πολιτευτή και είχα ζήσει τόσες τραυματικές απογοητεύσεις που μου προξενούσε απέχθεια και μόνο η σκέψη να πολιτευτώ. Ισως το μόνο θετικό που θυμάμαι ήταν ότι έγραψα τα πρώτα μου κείμενα πίσω από τα ψηφοδέλτια του πατέρα μου. Ο Ανδρέας μού πρότεινε να πάρω το υπουργείο Πολιτισμού. Ούτε αυτό ήθελα. Μόνο η τηλεόραση με ενδιέφερε. Εφυγα μετά την τριετή θητεία μου με μια δήλωση αστεία, "για την προσωπική μου ανασυγκρότηση". Στην πράξη έφυγα γιατί του πρότεινα να φέρει την ιδιωτική τηλεόραση. Δεν ήθελε καν να το ακούσει».

Πώς θα χαρακτηρίζατε σήμερα τον Ανδρέα Παπανδρέου;
«Πέρα από την ευφυΐα του και τη γνώση του στα οικονομικά, ήταν ο πιο συναισθηματικός άνθρωπος που γνώρισα. Αυτό, το συναισθηματικό, ήταν που τον οδήγησε και σε μεγάλα λάθη».


ΠΗΓΗ

http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=469534









"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

Απ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Τετ 24 Oct 2012 - 23:25

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ (1919 - 2003)




Ο Αντώνης Σαμαράκης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 16 Αυγούστου 1919. Πτυχίο Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών. Παντρεμένος με την Ελένη Κουρεμπανά. Πολλά χρόνια ήταν υπάλληλος στο υπουργείο Εργασίας, παραιτήθηκε το 1963. Για την Ελλάδα και τα Ηνωμένα Έθνη, ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής, της Αφρικής, για κοινωνικά θέματα. Στην Κατοχή, ήταν στην Αντίσταση. Τον Ιούνιο 1944, πιάστηκε από τους ναζί και τους συνεργάτες τους και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ύστερα από περιπέτειες, μπόρεσε να ξεφύγει.

Από παιδί έγραφε ποιήματα. Εμφανίστηκε στην πεζογραφία το 1954 με τα διηγήματα Ζητείται ελπίς. Το 1959, βγήκε το μυθιστόρημά του Σήμα Κινδύνου. Το 1961, τα διηγήματα Αρνούμαι. Το 1965, το μυθιστόρημα Το λάθος. Το 1973, τα διηγήματα Το διαβατήριο. Το 1992, τα διηγήματα Η Κόντρα. Το 1996, (αυτοβιογραφία) 1919-. Το 1998, το μυθιστόρημα Εν ονόματι. 233 εκδόσεις στην Ελλάδα – αντίτυπα 881.000.

Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 33 γλώσσες, σε 107 ξένες εκδόσεις. Κυκλοφορούν σε όλο τον κόσμο, από τη Βραζιλία και την Αυστραλία ως τη Ρωσία και τις χώρες που προέκυψαν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, την Κορέα, την Ιαπωνία και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Επίσης, κυκλοφορούν ως βιβλία τσέπης. Για τη συλλογή διηγημάτων Αρνούμαι, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 1962, και για το μυθιστόρημά του Το λάθος, με δύο λογοτεχνικά βραβεία: στην Ελλάδα, το Βραβείο των «12» 1966· στη Γαλλία, το Μεγάλο Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας 1970, γιατί «παράλληλα προς το μήνυμά του εναντίον του ολοκληρωτισμού Το Λάθος το διακρίνει δυνατό suspense και διαβάζεται σαν να ήταν αστυνομικό μυθιστόρημα». Για το σύνολο του έργου του τιμήθηκε το 1982 με το Βραβείο Λογοτεχνίας Ευρωπάλια: «Ο Αντώνης Σαμαράκης δεν μιλάει για ευκαιριακές προσωπικότητες. Οι πρωταγωνιστές του διστάζουν και αμφιβάλλουν, είναι ανθρώπινες υπάρξεις όπως ο αναγνώστης. Το έργο του Αντώνη Σαμαράκη είναι μαρτυρία για την τραγωδία του ολοκληρωτισμού, για την απουσία της ελευθερίας και τη μάχη που δίνουν οι άνθρωποι για να την κατακτήσουν. Ο Αντώνης Σαμαράκης είναι ο συγγραφέας της υπερηφάνειας και της ελπίδας». Κρατικό Βραβείο Τεχνών και Λογοτεχνίας 1995 (Γαλλία). Επίτιμος διδάκτωρ, ομόφωνα, του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής των Πανεπιστημίων Αθηνών, Πατρών και Ιωαννίνων. Στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τα έργα του διδάσκονται στη δημοτική και μέση εκπαίδευση και στα πανεπιστήμια.

Επίτιμος δημότης σε 37 πόλεις στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Χρυσό Μετάλλιο Αξίας της πόλεως των Αθηνών. Μεγαλόσταυρος του Τάγματος Εθνάρχου Μακαρίου Γ´, Κύπρος. Το 1989, η UNICEF Νέας Υόρκης τον ονόμασε πρώτο Έλληνα πρεσβευτή καλής θέλησης για τα παιδιά του κόσμου.

Πνευματικός πρεσβευτής των Γιατρών χωρίς Σύνορα.

Διάκριση Ειρήνης και μετάλλιο από την Έκκληση της Ακρόπολης για την Ειρήνη, τη Ζωή και τον Πολιτισμό.

Πέθανε το 2003.

Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν:
Ποιήματα, 2008
1919 -, 2000
Σήμα κινδύνου, 2000
Το Διαβατήριο, 2000
Αρνούμαι, 1999
Η Κόντρα, 1999
Ζητείται ελπίς, 1998
Το λάθος, 1998
Εν ονόματι, 1998


ΠΗΓΗ

http://www.kastaniotis.com/author/233



Αντώνης Σαµαράκης: Η δικαίωση του «Λάθους»
Το κορυφαίο µυθιστόρηµα του 1965, που εξακολουθεί να µας εκπλήσσει µε τον µοντερνισµό και τον ανθρωπισµό του

Τον Νοέµβριο του 1965 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας το µυθιστόρηµα «Το λάθος» του Αντώνη Σαµαράκη.

Ασπρόµαυρο εξώφυλλο, µε χαρακτική εικονογράφηση, το βιβλίο ήταν το τέταρτο του 46χρονου, τότε, συγγραφέα, αφιερωµένο «στην Ελενίτσα», τη µούσα του, τη γυναίκα του, µε την οποία είχαν παντρευτεί δυόµισι χρόνια νωρίτερα, τον Φεβρουάριο του 1963.

Μετά τη συλλογή διηγηµάτων «Ζητείται ελπίς» (1954), το µυθιστόρηµα «Σήµα κινδύνου» (1959) και τη συλλογή «Αρνούµαι», το «Λάθος» ήταν ένα στυλιστικό και µυθοπλαστικό επίτευγµα, µοντέρνο τόσο ως προς τη γραφή όσο και ως προς τη µυθιστορηµατική ιδεολογία. Περίπου δύο χρόνια πριν από τη δικτατορία των συνταγµαταρχών ο Σαµαράκης έδωσε ένα µυθιστόρηµα µε θέµα τον ολοκληρωτισµό.

«Πολύ πριν ξεκινήσω να το γράφω – το άρχισα το 1962 – µε βασάνιζε το πρόβληµα “ολοκληρωτισµός” (...) Ο ολοκληρωτισµός ήταν πάντα εδώ – και είναι και σήµερα, το 1996» έγραφε ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό του «1919 - », που κυκλοφόρησε το 1996. Αλλά τελικά δεν είναι το θέµα «ολοκληρωτισµός» που κάνει το βιβλίο τόσο µοντέρνο, έστω κι αν ο Σαµαράκης έβαλε µέσα τη δική του αυτοβιογραφική εµπειρία από τα ολοκληρωτικά συστήµατα που είχε ζήσει, τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου και την Κατοχή. «Το λάθος» είναι τελικά η διαρκής αναζήτηση της ελευθερίας, της «ενδόµυχης ελευθερίας», όπως έλεγε ο ίδιος ο Σαµαράκης, δηλαδή αυτής που έχει σχέση µε την ίδια την ανθρώπινη συνθήκη και την ανθρώπινη υπόσταση.

Θρίλερ, αστυνοµικό και ταυτόχρονα ψυχολογικό και φιλοσοφικό µυθιστόρηµα, «Το λάθος» συνάντησε µία παγκόσµια πρωτοφανή υποδοχή. Μεταφράσεις σε περισσότερες από 30 γλώσσες, µια πασίγνωστη κινηµατογραφική ταινία, του Γερµανού Πέτερ Φλάισµαν, µε τον Μισέλ Πικολί και τον Ούγκο Τονιάτσι, όπου το σενάριο υπέγραφαν – αξίζει να σηµειωθεί, για τη συγγραφική τους ποιότητα – ο Γάλλος Ζαν-Κλοντ Καριέρ και ο Γερµανός Μάρτιν Βάλσερ , και κυρίως ένας κριτικός θρίαµβος.

Αλλά εκείνοι που αποθέωσαν τον Σαµαράκη ήταν οι οµότεχνοι. ∆εν νοµίζω ότι υπάρχει στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς τέτοια οµοφωνία για ένα βιβλίο από τους ανθρώπους του metier. Η Αγκάθα Κρίστι, ο Γκρέιαµ Γκριν, ο Ζορζ Σιµενόν, ο Αντρέ Μαλρό, ο Αρθουρ Μίλερ , ο Αρθουρ Κέσλερ ήταν µερικοί από τους συγγραφείς που αποθέωσαν το µυθιστόρηµα, όπου ο Χίτσκοκ συναντά τον Κάφκα και τον Τζόρτζ Οργουελ.

∆εν είναι τυχαία η αναφορά στον Κάφκα. Ο Σαµαράκης κινήθηκε στην περιοχή των αρχετύπων, έτσι ώστε το µυθιστόρηµά του να µην έχει «εθνικά» χαρακτηριστικά. Η χώρα δεν κατονοµάζεται. Η εξουσία που την κυβερνά είναι «το καθεστώς». Η µυστική υπηρεσία ασφαλείας της είναι η «ειδική υπηρεσία» και στρατηγείο της «το κεντρικό». Τα όργανά της είναι «ο προϊστάµενος», «ο ανακριτής» και «ο µάνατζερ» και το θύµα τους είναι «ο άνθρωπος του Καφέ Σπορ». «Το σχέδιο» είναι η µηχάνευση του καθεστώτος για να παγιδεύει τον άνθρωπο του Καφέ Σπορ. Στο τέλος ο άνθρωπος θριαµβεύει του µηχανισµού, όχι όµως χωρίς κόστος. Αυτό το τέλος δίνεται µυθιστορηµατικά από τον Σαµαράκη µέσα από µια καταπληκτική σκηνή κορύφωσης, τόσο λιτή, τόσο δραµατική και ταυτόχρονα µε τόσο χιούµορ. Και τι αίσθηση ρυθµού. Τελικά τίποτε δεν είναι τυχαίο. «Ο άνθρωπος του Καφέ Σπορ» στο βιβλίο έχει µορφή. Είναι ο ίδιος ο Αντώνης Σαµαράκης. Μια δική του φωτογραφία ταυτότητας, «ένα πρόσωπο εντελώς συνηθισµένο, από κείνα που συναντά κανείς χιλιάδες», γράφει ο ο συγγραφέας για τον ήρωά του. «Οταν το 1965 τελείωνα “Το λάθος”, στη θέση του υπόπτου είπα να βάλω µια φωτογραφία από εφηµερίδα, να διαλέξω κάποιον που να δείχνει συνήθης ύποπτος... Τελικά βρήκα τη λύση: µια δική µου φωτογραφία όπου να δείχνω συνήθης ύποπτος». Ηταν µία φωτογραφία του 1951-52. Με γυαλιά και µουστάκι.

Ξαναδιάβασα τώρα «Το λάθος» για να γράψω αυτό το κείµενο. Συγκρατώ ακόµη τη φράση της αρχής: «Οχι, δεν άκουσα τι µου είπε. Συνέπεσε κείνη την ώρα να διασταυρωθούµε µ’ ένα πελώριο ψυγείο. Φρούτων νοµίζω».



Καζαντζάκης, Σαµαράκης, Βασιλικός

Δεν είναι και λίγο για μια εθνική λογοτεχνία και μια γλώσσα που μιλιέται από λίγα εκατομμύρια ανθρώπους να έχουν αναδείξει στον 20ό αιώνα τρεις συγγραφείς με παγκόσμια εμβέλεια. Ο Καζαντζάκης με το μυθιστόρημα Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, ο Σαμαράκης με το μυθιστόρημα Το λάθος και ο Βασιλικός με το μυθιστόρημα Ζ έχουν βγάλει την ελληνική λογοτεχνία έξω από τα περιορισμένα γλωσσι κά όρια της ελληνικής γλώσσας. Οι μεγαλομανείς της ελληνικής λογοτεχνίας, που είχαν στείλει στη uni0394ιεθνή Εκθεση Βιβλίου της Φραγκφούρτης, όταν η Ελλάδα ήταν τιμώμενη χώρα, και την κουτσή συγγραφική Μαρία, ξοδεύοντας απίστευτα χρήματα, αδυνατούσαν να δουν την πραγματικότητα. Η Ελλάδα, συγκρινόμενη με τις ανάλογές της χώρες και όχι με τους λογοτεχνικούς κολοσσούς της μεγάλης παράδοσης και των μεγάλων γλωσσών, έχει κιόλας τα επιτεύγματά της χάρη σ’ αυτούς τους τρεις αναγνωρίσιμους συγγραφείς. Ας τους επανεκτιμήσουμε λοιπόν, ιδιαίτερα τον Σαμαράκη και τον Βασιλικό, που με το Ζ του υλοποιεί συγχρονικά στην Ελλάδα τη μεγάλη κατάκτηση του non fiction novel, του μη μυθοπλαστικού μυθιστορήματος. Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι.

ΠΗΓΗ

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=434260






"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

Απ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Σαβ 27 Oct 2012 - 22:07

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ (1947)





O Γιάννης Ξανθούλης γεννήθηκε το 1947 στην Aλεξανδρούπολη. Σπούδασε δημοσιογραφία και σχέδιο. Aπό το 1969 εργάζεται ως δημοσιογράφος και χρονογράφος σε εφημερίδες, περιοδικά και ραδιόφωνο. Aσχολήθηκε με το παιδικό θέατρο. Έγραψε και εικονογράφησε παιδικά βιβλία. Σατιρικά κείμενα και θεατρικά έργα του -περισσότερα από τριάντα- παρουσιάστηκαν στο ελληνικό θέατρο. Tο 1981 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, O Mεγάλος Θανατικός. Aκολούθησαν: Oικογένεια Mπες-Bγες (1982), Tο καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα (1984), O Σόουμαν δε θά 'ρθει απόψε (1985), Tο πεθαμένο λικέρ (1987), O χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας (1989), Tο ροζ που δεν ξέχασα (1991), H εποχή των καφέδων (1992), H Δευτέρα των αθώων (1994) και Tο τρένο με τις φράουλες (1996). Έργα του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, δανέζικα, γερμανικά, ισπανικά, ιαπωνικά, ολλανδικά.


ΠΗΓΗ

http://www.greekbooks.gr/xanthulis-giannis.person



Γιάννης Ξανθούλης
Συνέντευξη στην Όλγα Σελλά

Η συνάντηση με τον συγγραφέα Γιάννη Ξανθούλη δεν διαρκεί ποτέ συγκεκριμένη ώρα, γιατί έχει το χάρισμα να ταξιδεύει διαρκώς τον συνομιλητή του σε χιλιάδες θέματα, να του «γνωρίζει» δεκάδες πρόσωπα, να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται, να θυμάται και να υπογραμμίζει, να ανακατεύει πρόσωπα και γεγονότα από τη μια δεκαετία στην άλλη. Αυτό κάνει πάντα, στις εκπομπές του και στα βιβλία του, με ένα τρόπο πολύ θεατρικό, μια που το θέατρο είναι από τις μεγάλες του αγάπες. Τις επόμενες μέρες θα κυκλοφορήσει από τα Ελληνικά Γράμματα το νέο του βιβλίο «Η εκδίκηση της Σιλάνας». Ο Ξανθούλης επιλέγει για οδηγό και συνοδοιπόρο τη ραδιοφωνική του ηρωίδα Σιλάνα Σαλιάγκου και επιστρέφει στα παιδικά του χρόνια (έναν «τόπο» όπου επιστρέφει πολύ συχνά), με «αυτοβιογραφική ολισθηρότητα» όπως παραδέχεται. Είναι ένας άνθρωπος που θυμάται πολύ, συγχωρεί λίγο, και όλα όσα τον πλήγωσαν ή τον ταλαιπώρησαν τα μετουσιώνει σε δημόσια επικοινωνία, στις ραδιοφωνικές του εκπομπές, στα κείμενά του ή στα βιβλία του, μια «συνομιλία» πασπαλισμένη με πολύ χιούμορ και άλλο τόσο αυτοσαρκασμό.



Κάνετε πρωταγωνιστή του βιβλίου σας έναν παλαιότερο ραδιοφωνικό ήρωά σας και δηλώνετε ότι σκέφτεστε συχνά τους ήρωές σας. Βρίσκεστε σε φάση συγγραφικού απολογισμού;

Γ.Ξ.: Απολογισμό ζωής θα έλεγα. Κάθε φορά έχω αυτή την αίσθηση, αλλά, κακά τα ψέματα, άλλο να τα λέμε αυτά στα σαράντα κι άλλο να τα λέει κανείς όταν είναι 62 χρονών και διασχίζει το τελευταίο τέταρτο της ζωής του εκ των πραγμάτων. Ναι, είναι περισσότερο ένα μνημόσυνο, γι' αυτό και το βιβλίο το αφιερώνω στη μνήμη, γιατί πιστεύω ότι μόλις σταματήσουμε να θυμόμαστε κάποιον πεθαίνει.


Σε σας η μνήμη ήταν πολύ ισχυρή και παρούσα σ' όλα τα βιβλία σας.

Γ.Ξ.: Είναι ένα έδαφος που πατάω πολύ σταθερά για την ώρα. Αυτό που μεταφέρω είναι πάντα παραλλαγμένο, γιατί πάντα έκανα παραλλαγή στην αλήθεια. Προφανώς δεν άντεχα την πραγματικότητα, γι’ αυτό και τη διαστρέφω κάθε φορά με έναν περίεργο τρόπο, μέχρι παρεξηγήσεως. Ακόμα και την πραγματικότητα της τρέχουσας ζωής, όχι μόνο της λογοτεχνικής. Έχω έναν τρόπο να σαρκάζω τη ζωή μου και να αυτοσαρκάζομαι και μια κυνικότητα που δεν γίνεται πιστευτή. Τόσο που φαίνεται ότι είναι ένα στυλάκι. Γενικά δεν αντέχω την πραγματικότητα, κι ακόμα περισσότερο την πραγματικότητα που ανασύρω σ' αυτό το βιβλίο, τα παιδικά μου χρόνια. Ίσως γιατί και τότε η πραγματικότητα δεν ήταν τόσο ελκυστική. Προφανώς γιατί κατάλαβα, όταν μπήκα στην εφηβεία, ότι δεν μου ταίριαζε. Ήταν πάρα πολύ σκληρή για μένα. Οπότε είχα ανάγκη να εφεύρω μια άλλη κατάσταση.


Την οποία την εφευρίσκατε μέσα από τη φαντασιακή φυγή;

Γ.Ξ.: Ή τη φαντασιακή φυγή ή πολλές φορές διάλεγα μια πολύ ειδική απομόνωση, στην οποία έκανα τέτοιο αμπαλάζ που να φαίνεται στοιχειωδώς υποφερτή. Δεν ξέρω, αυτό το βιβλίο που έγραψα είναι αστείο; Η Γιώτα (σ.σ.: η γυναίκα του) λέει ότι είναι ζοφερό βιβλίο.


Είναι γλυκόπικρο...

Γ.Ξ.: Ήταν πολύ δύσκολα τα παιδικά μου χρόνια. Δεν προσαρμόστηκα ποτέ. Γι' αυτό άλλωστε τελειώνω το βιβλίο σε μια πολύ σημαντική περίοδο της ζωής μου, όταν αρρωσταίνω. Μια αρρώστια που για μένα ήταν λύτρωση. Είναι αυτό που έλεγε η Τζούλι Άντριους στη «Μελωδία της ευτυχίας»: «Όταν ο Θεός κλείνει μια πόρτα, ανοίγει ένα παράθυρο».


Γιατί ήταν λύτρωση η αρρώστια;

Γ.Ξ.: Γιατί άρχισα ξαφνικά να πιστεύω στο τυχαίο. Ενώ από πολύ νέος είχα αποκηρύξει όλες τις θρησκείες –είμαι ένα βαθιά άθρησκο άτομο– πίστεψα ότι κάτι συμβαίνει. Ότι έχω έναν καλό άγγελο που θα με προστατέψει. Που ίσως χρειαστεί βέβαια και να με ταλαιπωρήσει. Αλλά πάντα είχα την αίσθηση ότι πήγαινα στη Θήβα μέσω Καλκούτας. Είχα μια πολύ τεθλασμένη διαδρομή. Οι τεθλασμένες είναι οι γραμμές της ζωής μου.

Πηγαίνατε πάντως στη Θήβα.

Γ.Ξ.: Πολύ αργά. Θα μπορούσα να μην έχω κουραστεί τόσο πολύ.

Αισθάνεστε ότι έχετε κουραστεί στη διαδρομή σας;

Γ.Ξ.: Πάρα πολύ. Κι όχι μόνο στα επαγγελματικά μου, αυτά μάλλον είναι καλά. Αλλά πιο πολύ ψυχολογικά, από πλευράς ωρίμανσης. Να σας πω ένα πολύ αστείο γεγονός: έμαθα να οδηγώ πριν από τρία χρόνια. Το αναφέρω σαν επίτευγμα, γιατί ήμουν ένας άνθρωπος που μαθησιακά δεν τα πήγαινα καλά. Τώρα κατάλαβα το γιατί.

Γιατί;

Γ.Ξ.: Γιατί δεν αισθανόμουν καθόλου σίγουρος. Γιατί δεν είχα συνηγόρους. Δεν είχα στηρίγματα. Πρώτα απ' όλα δεν είχα τους γονείς για συνηγόρους. Ήταν μια άλλη γενιά, ήταν πρόσφυγες, είχαν περάσει δια πυρός και σιδήρου, οπότε τις δικές μου ευαισθησίες δεν τις καταλάβαιναν. Το λέω και μέσα στο βιβλίο: «Με κυνηγούσαν για το κρέας μου». Έτσι αισθανόμουν, σαν θήραμα. Όταν άρχισε αυτό το θήραμα να μην έχει αξία σαν κρέας, όταν αρρώστησε, τότε κατάλαβα ότι άρχισε να ανθεί πάνω από το κεφάλι μου ένα πολύ μικρό, παρηγορητικό φωτοστέφανο. Κι έτσι, με όχημα την αρρώστια μου και οδηγό τον Πιραντέλο και το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», ανακάλυψα την Αθήνα. Βέβαια, πάντα την είχα μέσα μου. Όταν πρωτοήρθα στην Αθήνα, το 1962, μέναμε σ' ένα ξενοδοχείο στην οδό Αθηνάς, που από κάτω είχε αλλαντικά. Θυμάμαι τις μυρωδιές του παστουρμά και των σαλαμιών, που έτσι κι αλλιώς μου ήταν γνώριμες. Απογοητεύτηκα, μέχρι που μου έφερε ο πατέρας μου ένα ματσάκι φρέζες. «Α, κάτι συμβαίνει εδώ», είπα. Και μετά είδα τη Βασιλίσσης Σοφίας, καθ' οδόν προς τον Ευαγγελισμό. Εντυπωσιάστηκα και σκέφτηκα ότι σ' αυτόν τον δρόμο θα ήθελα να μείνω κάποτε. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι τα κατάφερα.

Πότε σταματήσατε να αισθάνεστε «θήραμα»;

Γ.Ξ.: Η δεκαετία του ’60 ήταν πολύ οξύμωρη για μένα. Όμως τότε σταμάτησα να νιώθω «θήραμα». Ίσως γιατί άρχισα να μαθαίνω πολλά και πίστευα ότι η γνώση ήταν ένα πολύ μεγάλο διαβατήριο για τη ζωή μου. Όπως και η ομορφιά. Στους πολύ όμορφους ανθρώπους, που ίσως να έζησαν τραγικά, εν αγνοία τους τούς χαρίστηκαν πολλά πράγματα.

Εξακολουθείτε να αγαπάτε την Αθήνα;

Γ.Ξ.: Εξακολουθώ να την αγαπώ γιατί είναι η Αθήνα. Μιλάω για το κέντρο και το λέω σε σένα που συμμερίζεσαι αυτή την άποψη. Δεν εννοώ εκείνες τις περιοχές όπου υπάρχουν χωράφια με σπίτια, όπως είναι το Χαλάνδρι παραδείγματος χάρη. Είχα πει κάποτε ότι αν γινόταν εμφύλιος εναντίον του Χαλανδρίου θα πήγαινα εθελοντής!

Αισθάνεσθε μπεστσελερίστας;

Γ.Ξ.: Έχουμε μάθει να βάζουμε ετικέτες στα πράγματα, ταμπέλες. Για μένα έχουν γράψει ότι είμαι «το τζάκι της Μάιρας Παπαθανασοπούλου», ενώ κάποιοι άλλοι «το τζάκι του Σωτήρη Δημητρίου». Εννοώντας ότι κάθε ένας έχει ένα πρότυπο. Εγώ, έχοντας ως πρότυπο, μεταφορικά, τη Μάιρα Παπαθανασοπούλου, κάνω μπεστ σέλερ. Ναι, δεν είχα τι να κάνω και κάνω μπεστ σέλερ! Μακάρι να έκανα. Μπεστ σέλερ κάνει και η Ζυράννα, ο φίλος μου ο Δοξιάδης και άλλοι. Έτυχε στη δεκαετία του ’80 κάποια βιβλία μου να έχουν επιτυχία. Σήμερα είναι κάτι συνηθισμένο. Πουλάει η Λένα Μαντά, η Πασχαλία Τραυλού, η Χρυσηίδα Δημουλίδου... Μωρέ, από πού κι ως πού Χρυσηίς; Εκείνη την εποχή όμως υπήρξε μια νεύρωση με τα μπεστ σέλερ.

Πιστεύετε ότι τα πολλά μπεστ σέλερ σήμερα οφείλονται στην επέκταση των αλυσίδων του βιβλίου;

Γ.Ξ.: Μπορεί, γιατί μπαίνει ένας κόσμος που δεν έμπαινε στα βιβλιοπωλεία. Νομίζω ότι έκαναν πολύ καλό, γιατί στα βιβλιοπωλεία της Σόλωνος αρκετοί φοβόντουσαν να μπουν. Όταν βγήκε «Η εποχή των καφέδων» υπήρχε το βιβλιοπωλείο Ενδοχώρα, εκεί στη γωνία Σόλωνος, κοντά στην Εστία. Άνοιξα την πόρτα και ρώτησα πώς πάει το βιβλίο μου. Ο βιβλιοπώλης, ένας βλοσυρός τύπος, κοίταξε από πάνω ως κάτω και μου είπε: «Ποιο βιβλίο σας;». Σήμερα άλλαξαν οι σχέσεις του βιβλιοπώλη με τον συγγραφέα. Οπωσδήποτε η Fnac δεν θα κάνει ποτέ μπεστ σέλερ τον Μοντιανό, για να πω έναν συγγραφέα που μου αρέσει πολύ. Στη Fnac δεν πας για να πάρεις βιβλία. Θα τα δεις παρεμπιπτόντως.

Δεν σας ενοχλεί αυτό σαν φάση της αγοράς;

Γ.Ξ.: Όχι, το έχω δει αυτό κι όταν ταξιδεύω στα βιβλιοπωλεία των πλοίων ή των νησιών. Υπερτερούν βέβαια τα βιβλία του Λιβάνη ή του Ψυχογιού, αλλά υπάρχουν και τα δικά μου.

Περιγράφετε κάποια στιγμή εκείνη την αδικία που σας έγινε στο Κατηχητικό, όταν ο δάσκαλος απέκρυψε ότι το ποίημα ήταν δικό σας. Πού εντοπίζετε την αδικία σήμερα;

Γ.Ξ.: Μου είχε κάνει πολύ εντύπωση. Σ' ένα παιδί που δεν έχει άλλα όπλα να πολεμήσει, εισπράττεται ως μεγάλη δόση απόρριψης. Σήμερα αυτά γίνονται συνέχεια. Είμαστε δημοσιογράφοι και τα ξέρουμε αυτά. Μπορεί να ιδιοποιηθούν κείμενά μας και να τα παρουσιάσουν άλλοι σαν δικά τους. Η λογοκλοπή είναι κάτι πολύ συνηθισμένο, άσχετα αν για κάποιους λόγους δεν δίνουμε μάχες, παρότι το βιώνουμε ψυχοσωματικά. Τα έχω ζήσει αυτά και ως συγγραφέας. Σήμερα ομολογώ ότι αντιλαμβάνομαι καλύτερα τις μικροαδικίες. Τις μεγάλες αδικίες δεν τις ξέρω πολύ καλά, τις διαβάζω στις εφημερίδες.

Πώς αντιδρούσατε σ' αυτές τις αδικίες;

Γ.Ξ.: Κουμπωνόμουν και θλιβόμουν βαθύτατα, αλλά αυτό το συναίσθημα δεν έφευγε. Παρέμενε και γίνονταν πολλές διαστρωματώσεις τέτοιων πικρών γεγονότων. Δεν τα ξεχνούσα όμως. Είχα αυτό το μεγάλο ελάττωμα.

Τα συγχωρούσατε όμως;

Γ.Ξ.: Όχι, γιατί δεν είχα αυτό το χριστιανικό χάρισμα, να συγχωρώ τους πάντες. Δεν τα ξεχνάω. Δυστυχώς έχω καλή μνήμη.

Μιλάτε για τουρισμό και παραθερισμό στο βιβλίο. Πώς ξεκουράζεστε; Πώς κάνετε διακοπές;

Γ.Ξ.: Δεν κάνω διακοπές. Δημιουργώ μια καινούργια κούραση για να σβήσει η προηγούμενη. Η κούραση είναι σαν τις μπάμπουσκες. Βγάζεις τη μία και βάζεις μία άλλη. Τώρα πια οικτίρω τον εαυτό μου. Δεν έχω ταλέντο διακοπών. Στο εξωτερικό ταξίδευα παλαιότερα πολύ, όχι για να κάνω διακοπές αλλά για να δω παραστάσεις. Δεν ξέρω τι κάνουν στις διακοπές. Έχω μια πολύ ανώμαλη σχέση μ' αυτή τη διαδικασία.

Πώς το εξηγείτε;

Γ.Ξ.: Ίσως γιατί μεγάλωσα σ' ένα μέρος που έχει θάλασσα, την Αλεξανδρούπολη. Δεν περνούσε από το μυαλό των δικών μου να με στείλουν κάπου για παραθερισμό. Η θάλασσα δεν ήταν μέσα στο concept, όπως θα λέγαμε, των διακοπών. Δεν υπήρχαν διακοπές. Όταν λέγαμε παραθερισμό, κοιταζόμασταν λίγο καχύποπτα γιατί νομίζαμε ότι αυτός έπασχε ή από αδενοπάθεια ή από φυματίωση. Ο κόσμος βέβαια πήγαινε στα χωριά του, αλλά κι εκεί ήταν πολύ επικίνδυνος ο παραθερισμός, γιατί μπορεί να σε δάγκωνε φίδι ή κάποιο αλλόκοτο έντομο, πάθαινες ταινία από μικρόβια, εχινόκοκκο από τα ζώα. Δηλαδή ήταν μια δυστυχία. Άλλωστε εγώ δεν ήθελα να πηγαίνω σε τέτοια μέρη, γιατί δεν είχε κινηματογράφο. Μπορούσα να πάω μόνο όπου υπήρχε κινηματογράφος. Έτσι κι αλλιώς σ' εκείνη την ηλικία δεν είχα ανάγκη απομόνωσης.

Έχετε κάνει απ' όλα. Ραδιόφωνο, θέατρο, γράψιμο. Τι σας τραβάει πιο πολύ;

Γ.Ξ.: Τίποτα δεν με τραβάει. Απλώς κάθε φορά το ένστικτο με οδηγεί κάπου. Δηλαδή αν δεν είχαν επιτυχία τα βιβλία μου δεν θα έγραφα. Τελευταία περνάω μια κρίση μαθησιακή. Θέλω να μελετώ, να ψάχνω, να αγοράζω λεξικά, να βελτιώνω τα ελληνικά μου. Κάνοντας τούρκικα άρχισε να μ' ενδιαφέρει πιο πολύ το ετυμολογικό των λέξεων.

Έχετε πολλά βιβλία. Αποσύρετε μερικά κάποια στιγμή γιατί θεωρείτε ότι έκαναν τον κύκλο τους και δεν θα ανατρέξετε ξανά σ' αυτά;

Γ.Ξ.: Δεν τα πετάω, τα στέλνω κάπου. Μερικά για να μην αναγκαστώ να τα ξαποστείλω τα δένω. Είναι ένα καλό άλλοθι. Είναι όπως και οι σχέσεις με τους ανθρώπους. Μερικούς ανθρώπους που δεν θέλεις να φύγουν από τη ζωή σου τους αμπαλάρεις με διάφορα πράγματα ή τους βάζεις κάποια ενδιαφέροντα βαρίδια. Όπως θα δεις έχω πολλά δεμένα βιβλία. Εκεί πάνω υπάρχει ένα βιβλίο κόκκινο, δεμένο, είναι η πρώτη έκδοση του «Ματωμένου γάμου» του Λόρκα από τον Ίκαρο. Υπάρχει μια αφιέρωση ενός φίλου που δεν βλέπω εδώ και 25 χρόνια. Είναι ένα πολύτιμο βιβλίο για μένα. Δεν ήθελα, κάποια στιγμή, οι μικροκακίες να υπερισχύσουν της παλιάς αγάπης. Οι Τούρκοι λένε «παλιός φίλος εχθρός δεν πιάνεται».

Η δημοσιογραφία σας άρεσε;

Γ.Ξ.: Για μένα ήταν εύκολη δουλειά και νομίζω ότι είχα πολύ καλή σχέση με τους συναδέλφους. Με αγαπούσαν και πιστεύω ότι ακόμα μ' αγαπούν.

Με την πολιτική ποια είναι η σχέση σας;

Γ.Ξ.: Δεν έχω, γιατί δεν είμαι άνθρωπος της ελπίδας και της αναμονής. Ίσως επειδή δεν δανείζομαι, δεν χρωστάω, δεν επιχορηγήθηκα ποτέ, δεν πήρα ποτέ λεφτά, δεν βραβεύτηκα ποτέ. Αλλά δεν είμαι από τους ανθρώπους που επενδύω στα πολιτικά γεγονότα. Επενδύω στις πολιτικές συγκυρίες που μπορεί να έχουν αντίκτυπο σε μένα.

Από τη νέα κυβέρνηση και τον καινούργιο υπουργό Πολιτισμού τι περιμένετε;

Γ.Ξ.: Νομίζω ότι είναι μια πολύ ευγενική κυβέρνηση. Μέχρι στιγμής διακρίνω μια ευγένεια. Κι ίσως αυτό μου δίνει ένα ψήγμα ελπίδας. Δεν ξέρω, ακόμα δεν έχω δει τίποτα. Πάντως βλέπω να εκπέμπεται ένα ήθος που ελπίζω να το διατηρήσουν και να συνεχίσουν. Όμως, για μένα πολιτισμός είναι πολλά πράγματα, που δεν ξέρω αν είναι στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Πολιτισμού. Είναι, π.χ., να διορθωθούν τα ξεφλουδισμένα νοσοκομεία, ν' αλλάξει η συμπεριφορά της πολιτείας απέναντι στους μετανάστες, να πάψει η συμπεριφορά των Αθηναίων να είναι τόσο αναιδής. Η Αθήνα είναι μια αναιδής πόλη. Αλλά ακόμα έχει μερικά πράγματα, μερικές γωνιές, που εμένα με γλυκαίνουν.


ΠΗΓΗ

http://topontiki.gr/article/951



Γιάννης Ξανθούλης – “Επιτέλους… φτωχοί!”


Να ξαναγίνουμε φτωχοί. Όπως ήμασταν πάντα. Όπως οι ήρωες των παλιών αναγνωστικών που οι γιαγιάδες έμοιαζαν με γιαγιάδες κι όχι με συνταξιούχες πόρνες.
Όπου οι μπαμπάδες επέστρεφαν το μεσημέρι για να καθίσει ΟΛΗ η Ελληνική οικογένεια στο τραπέζι και να φάει το σεμνό φαγητό – όσπρια πεντανόστιμα και ζαρζαβατικά με μαύρο ψωμί μοσχοβολιστό – ενώ η γάτα και ο σκύλος περίμεναν στωικά να ‘ρθει η σειρά τους…

Να ξαναγίνουμε φτωχοί όπως ήμασταν πριν σαράντα και πενήντα χρόνια. Τότε που ονειρευόμασταν εν μέσω γκρι, μπλε και μπεζ χρωμάτων, τότε που καμιά Ελληνίδα δεν φιλοδοξούσε να γίνει ψευδοξανθιά, τότε που η λάσπη κολλούσε συμπαθητικά στα παπούτσια μας και οι αυθεντικοί ζήτουλες βρίσκονταν έξω απ’ τις εκκλησιές περιμένοντας το τέλος της λειτουργίας και του μνημόσυνου.

Να ξαναγίνουμε φτωχοί πλην τίμιοι, χωρίς κινδύνους να ξεστρατίσουν οι αρχιμανδρίτες προς την ψηφιακή παιδοφιλία. Να βρούμε ξανά τις σωστές μας κλίμακες, χωρίς αγωνία παρκαρίσματος και παχυσαρκίας.

Να ξε-τρελαθούμε από την επικοινωνιακή μας υστερία με τα σιχαμένα κινητά τηλέφωνα που κατάργησαν κάθε έννοια ιδιωτικής ζωής.

Να βρούμε πάλι τη σημασία του χώματος καταργώντας το καυσαέριο του επάρατου τρέχοντος πολιτισμού.

Να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα κουλά μας χέρια σε δουλειές που σήμερα δίνουμε του κόσμου τα λεφτά, όπως μεταποίηση ρούχων, αλλαγές γιακάδων στα πουκάμισα, καρικώματα στις κάλτσες, υδραυλικές και σχετικές εργασίες.

Σταματήστε τις ψυχολογίες και τις παραφιλολογίες για τα «τραύματα» των παιδιών.

Μόνο λύσεις γήινες και πρακτικές (χωρίς ενστάσεις από τον Ρομπέν της ευαισθησίας, τον ΣΥΡΙΖΑ), θα αποκαταστήσουν την τρέλα και το χάος που υπαινίσσονται οι στατιστικές.

Να θυμηθούν οι Νεοέλληνες πως προέρχονται απ’ τον Μεγαλέξανδρο, από τον Μιλτιάδη, τον Αριστείδη και προφανώς απ’ τον… Αλκιβιάδη, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να βάλουν σε ενέργεια τον «δίκαιο θυμό» αν συμπέσουν με ληστές τραπεζών, περιπτέρων, σούπερ μάρκετ και κοσμηματοπωλείων.

Επιτέλους ας σταματήσουμε την Ευρωπαϊκή μας ψυχοπάθεια. ΠΟΤΕ κανένας Έλληνας δεν έγινε σωστός Ευρωπαίος.

Ούτε καν ο Αβραμόπουλος, ούτε καν ο Σημίτης και άλλοι τέτοιοι… που μου διαφεύγουν. Απ’ τον καιρό που σταματήσαμε να θυμώνουμε σωστά, την πατήσαμε.

Μη φοβάστε τη φτώχεια. Η πατρίδα μας είναι ευλογημένη έστω κι αν δεν παράγει λαμαρίνες αυτοκινήτων ή καλής ποιότητας νάρκες και όπλα για τους τριτοκοσμικούς!

Θυμηθείτε την ευλογία του ελαιόλαδου, της κορινθιακής σταφίδας, του χαλβά Φαρσάλων, των εσπεριδοειδών, της σαρδέλας και των λατρεμένων ραδικιών. Λάδι, χόρτα, ελίτσες, λίγο τυρί και ψωμί ζεστό, να φρεσκάρουμε στο μνημονικό μας το παλιό αναγνωστικό του Δημοτικού.

Το ξέρω πως είναι ζόρι να κόψουμε το σούσι απότομα, όμως ήρθε ο καιρός να αναβιώσουμε την όπερα της πεντάρας, της δεκάρας και των άλλων χρηστικών μας αξεσουάρ.

Μια δοκιμή νομίζω πως θα μας πείσει…

Του Γιάννη Ξανθούλη – Ελευθεροτυπία


ΠΗΓΗ

http://antikleidi.wordpress.com/2012/03/04/poor-2/


ΠΕΖΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ Γ. ΞΑΝΘΟΥΛΗ

Ο μεγάλος θανατικός, Καστανιώτης, 1981.
Οικογένεια Μπες-Βγες, Καστανιώτης, 1982.
Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα, Καστανιώτης, 1984.
Ο Σόουμαν δεν θα 'ρθει απόψε, 1985.
Το πεθαμένο λικέρ, Καστανιώτης.
Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας, Καστανιώτης, 1989.
To ροζ που δεν ξέχασα, Καστανιώτης, 1991.
Η εποχή των καφέδων, Καστανιώτης.
Η Δευτέρα των αθώων, Καστανιώτης, 1994.
Το τρένο με τις φράουλες, Καστανιώτης, 1996.
...Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες, Καστανιώτης, 1998.
Ο Τούρκος στον κήπο, Καστανιώτης, 2001.
Το τανγκό των Χριστουγέννων, Καστανιώτης, 2003.
Ο θείος Τάκης, Ελληνικά Γράμματα, 2005.
Του φιδιού το γάλα, Ελληνικά Γράμματα, 2007.
Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων, Μεταίχμιο, 2008.
Η εκδίκηση της Σιλάνας, Ελληνικά Γράμματα, 2009
Δεσποινίς Πελαγία, Τόπος, 2010


ΠΗΓΗ

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%9E%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82






"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

Απ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Τρι 30 Oct 2012 - 19:09

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (1883 - 1957)






Peter Bien, Kazantzakis. Politics of the spirit.
Princeton, New Jersey: Princeton University Press, 1989, σσ. xvii-xxiv.



XPONOΛOΓIO*

1883. O Kαζαντζάκης γεννιέται στις 18 Φεβρουαρίου / 3 Μαρτίου** στο Hράκλειο της Kρήτης, η οποία αποτελούσε ακόμη μέρος της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. O πατέρας του Mιχάλης ήταν έμπορος γεωργικών προϊόντων και κρασιού και καταγόταν από τους Bαρβάρους, όπου βρίσκεται σήμερα το Mουσείο Kαζαντζάκη. Πολύ αργότερα ο Mιχάλης έμελλε να γίνει ένα από τα πρότυπα για τον Kαπετάν Mιχάλη στο ομώνυμο μυθιστόρημα.
1889. Kρήτες επαναστάτες αποτυγχάνουν στην προσπάθειά τους να απελευθερώσουν το νησί από τους Tούρκους. H οικογένεια Kαζαντζάκη καταφεύγει στην Eλλάδα για έξι μήνες.
1897-1898. Άλλη μια Kρητική επανάσταση, η οποία στέφεται με επιτυχία αυτή τη φορά. O Nίκος στέλνεται στη Nάξο για προληπτικούς λόγους, όπου εγγράφεται σε σχολείο Γάλλων μοναχών. Έτσι ριζώνει μέσα του η αγάπη για τη γαλλική γλώσσα.
1902. Έχοντας ολοκληρώσει τις Γυμνασιακές του σπουδές στο Hράκλειο, ο Kαζαντζάκης πηγαίνει στην Aθήνα για να σπουδάσει Nομικά.
1906. Πριν ακόμη πάρει το πτυχίο του, ο Kαζαντζάκης δημοσιεύει το δοκίμιο H Aρρώστια του Αιώνος, και το μυθιστόρημα Όφις και Kρίνο· γράφει επίσης το δράμα Ξημερώνει.
1907. Tο Ξημερώνει βραβεύεται και παίζεται στην Aθήνα, όπου προκαλεί ζωηρές συζητήσεις. O νέος Kαζαντζάκης γίνεται διάσημος εν μια νυκτί. Ξεκινά τη δημοσιογραφική του καριέρα και μυείται στον Tεκτονισμό. Tον Oκτώβριο αρχίζει μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι, όπου εξακολουθεί να δημοσιογραφεί και να γράφει λογοτεχνία.
1908. Στο Παρίσι παρακολουθεί τις διαλέξεις του Aνρί Mπεργκσόν, διαβάζει Nίτσε και ολοκληρώνει το μυθιστόρημα Σπασμένες Ψυχές.
1909. Tελειώνει τη διατριβή του για το Nίτσε και γράφει το δράμα O Πρωτομάστορας. Eπιστρέφοντας στην Kρήτη μέσω Iταλίας, δημοσιεύει τη διατριβή του, τη μονόπρακτη τραγωδία Kωμωδία και το μελέτημα H επιστήμη εχρεωκόπησε; Ως πρόεδρος της Eταιρείας Διονυσίου Σολωμού - Hρακλείου, ομάδα που συνηγορούσε υπέρ της υιοθέτησης της δημοτικής στα σχολεία και της εγκατάλειψης της καθαρεύουσας, ο Kαζαντζάκης γράφει ένα εκτενές μανιφέστο για τη γλωσσική μεταρρύθμιση που δημοσιεύεται σε αθηναϊκό περιοδικό.
1910. Tο δοκίμιό του με τίτλο Για τους νέους μας χαιρετίζει τον Ίωνα Δραγούμη, έναν ακόμη δημοτικιστή, ως τον προφήτη που θα οδηγήσει την Eλλάδα σε νέες δόξες, καθώς επιμένει ότι η χώρα πρέπει να ξεπεράσει την υποταγή της στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. O Kαζαντζάκης συζεί στην Aθήνα με τη Γαλάτεια Aλεξίου, Hρακλειώτισσα διανοούμενη, δίχως να παντρευτούν. Kερδίζει το ψωμί του μεταφράζοντας από τα Γαλλικά, τα Γερμανικά, τα Aγγλικά και τα Aρχαία Eλληνικά. Γίνεται ιδρυτικό μέλος του Eκπαιδευτικού Oμίλου, της σημαντικότερης ομάδας πίεσης υπέρ της δημοτικής.
1911. Παντρεύεται τη Γαλάτεια.
1912. Γνωρίζει τη φιλοσοφία του Mπεργκσόν στους Έλληνες διανοούμενους με μια διάλεξη που δίδεται προς τα μέλη του Eκπαιδευτικού Oμίλου και δημοσιεύεται αργότερα στο Δελτίο του. Mε το ξέσπασμα του πρώτου Bαλκανικού Πολέμου κατατάσσεται στο στρατό ως εθελοντής και διορίζεται στο ιδιαίτερο γραφείο του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Bενιζέλου.
1914. Tαξιδεύει μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό στο Άγιον Όρος, όπου διαμένουν επί σαράντα ημέρες σε διάφορα μοναστήρια. Eκεί διαβάζει Δάντη, Bούδα και τα Eυαγγέλια· μαζί με το Σικελιανό ονειρεύονται τη δημουργία μιας νέας θρησκείας. Για να εξασφαλίσει τα προς το ζην συγγράφει παιδικά βιβλία σε συνεργασία με τη Γαλάτεια.
1915. Παρέα πάλι με το Σικελιανό περιηγείται την Eλλάδα. Στο ημερολόγιό του γράφει "Oι τρεις μεγάλοι μου δάσκαλοι: Όμηρος - Dante - Bergson". Αποσύρεται σε ένα ησυχαστήριο και ολοκληρώνει ένα βιβλίο - το οποίο δεν σώζεται - πιθανόν για το Άγιον Όρος. Στο ημερολόγιό του σημειώνει: "Όλο μου το έργο devise και σκοπό θα 'χει: Come l' uom s' etterna" (πως σώζει ο άνθρωπος τον εαυτό του, από το Inferno του Δάντη, XV.85). Kατά πάσα πιθανότητα κάνει την πρώτη γραφή των θεατρικών έργων Xριστός, Oδυσσέας και Nικηφόρος Φωκάς. Tον Oκτώβριο ταξιδεύει στη Θεσσαλονίκη για να υπογράψει ένα συμβόλαιο για την αποκομιδή ξυλείας από το Άγιον Όρος. Eκεί παρακολουθεί την αποβίβαση των Αγγλικών και Γαλλικών στρατευμάτων που πρόκειται να πολεμήσουν στο μέτωπο της Θεσσαλονίκης στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Tον ίδιο μήνα ενώ διαβάζει Tολστόι αποφασίζει ότι η θρησκεία έχει περισσότερη σημασία από τη λογοτεχνία και ορκίζεται να αρχίσει "απ' όπου ο Tολστόι κατέληξε".
1917. Eξ' αιτίας της ανάγκης για κάρβουνο ακόμη και χαμηλής ποιότητας κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Kαζαντζάκης προσλαμβάνει έναν εργάτη ονόματι Γιώργη Zορμπά και επιχειρεί να εκμεταλλευθεί ένα λιγνιτωρυχείο στην Πελοπόννησο. H εμπειρία αυτή, μαζί με το σχέδιο του 1915 για την αποκομιδή ξυλείας θα μεταμορφωθεί πολύ αργότερα στο μυθιστόρημα Bίος και Πολιτεία του Aλέξη Zορμπά. Tον Σεπτέμβριο πηγαίνει στην Eλβετία, όπου φιλοξενείται από το Γιάννη Σταυριδάκη, πρόξενο της Eλλάδας στη Zυρίχη.
1918. Περιηγείται την Eλβετία κάνοντας "προσκύνημα στα λημέρια του Nίτσε". Aποκτά έναν αισθηματικό δεσμό με μια Eλληνίδα διανοούμενη, την Έλλη Λαμπρίδη.
1919. O Πρωθυπουργός Bενιζέλος διορίζει τον Kαζαντζάκη Γενικό Διευθυντή του Yπουργείου Περιθάλψεως, με συγκεκριμένη αποστολή τον επαναπατρισμό 150.000 Eλλήνων που υφίστανται διωγμό από τους Mπολσεβίκους στον Kαύκασο. Tον Iούλιο αναχωρεί με την ομάδα του, στην οποία συμμετέχουν ο Σταυριδάκης και ο Zορμπάς. Tον Aύγουστο μεταβαίνει στις Bερσαλλίες για να δώσει αναφορά στο Bενιζέλο, που παρευρίσκεται στις διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη Eιρήνης. Στη συνέχεια ο Kαζαντζάκης πηγαίνει στη Mακεδονία και στη Θράκη για να επιβλέψει την εγκατάσταση των προσφύγων εκεί. Oι εμπειρίες αυτές αξιοποιούνται πολύ αργότερα στο μυθιστόρημα O Xριστός Ξανασταυρώνεται.
1920. O Kαζαντζάκης καταπτοείται από την δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη στις 31 Iουλίου (παλαιό ημερολόγιο). Mετά την ήττα του Κόμματος των Φιλελευθέρων του Bενιζέλου στις εκλογές του Nοεμβρίου, αποχωρεί από το Yπουργείο Περιθάλψεως και φεύγει για το Παρίσι.
1921. Περιηγείται τη Γερμανία, επιστρέφοντας στην Eλλάδα το Φεβρουάριο.
1922. H προκαταβολή ενός συμβολαίου με έναν αθηναίο εκδότη για μια σειρά σχολικών βιβλίων του επιτρέπει να ξαναφύγει από την Eλλάδα. Διαμένει στη Bιέννη από τις 19 Mαΐου μέχρι τα τέλη Aυγούστου. Eκεί προσβάλλεται στο πρόσωπο από έκζεμα που ο γιατρός Bίλχελμ Στέκελ "αποστάτης" της Φροϋδικής σχολής ονομάζει "νόσο των αγίων". Mέσα στην παρακμή της μεσοπολεμικής Bιέννης, μελετά βουδιστικές γραφές και αρχίζει να γράφει ένα θεατρικό έργο για τη ζωή του Bούδα. Mελετά επίσης τον Φρόυντ και σχεδιάζει την Aσκητική. Tο Σεπτέμβριο βρίσκεται στο Bερολίνο, όπου μαθαίνει για την ήττα των Eλλήνων από τους Tούρκους στη Mικρά Aσία. Eγκαταλείποντας τις παλιές του εθνικιστικές πεποιθήσεις, προσκολλάται στους κομμουνιστές επαναστάτες. Eπηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη Pαχήλ Λίπσταϊν-Μινκ, και τον δικό της κύκλο ριζοσπαστών γυναικών. Σκίζει το ημιτελές έργο Bούδας και το ξαναρχίζει σε νέα μορφή. Eπίσης αρχίζει να γράφει την Aσκητική, που αποτελεί την προσπάθεια του να συμβιβάσει τον ακτιβισμό των κομμουνιστών με την εγκαρτέρηση του Bουδισμού. Oνειρεύεται την εγκατάστασή του στη Pωσία και παρακολουθεί μαθήματα Pωσικών.
1923. H περίοδος της Bιέννης και του Bερολίνου είναι καλά τεκμηριωμένη, χάρη στα πολυάριθμα γράμματα του Kαζαντζάκη στη Γαλάτεια, η οποία εξακολουθεί να διαμένει στην Aθήνα. O Kαζαντζάκης ολοκληρώνει την Aσκητική του τον Aπρίλιο και ξαναπιάνει το Bούδα. Tον Iούνιο πηγαίνει προσκύνημα στο Nάουμμπεργκ, γενέτειρα του Nίτσε.
1924. Περνάει τρεις μήνες στην Iταλία· επισκέπτεται την Πομπηία, η οποία σαν σύμβολο του γίνεται έμμονη ιδέα. Στη συνέχεια εγκαθίσταται στην Aσσίζη, ολοκληρώνει το Bούδα και ασπάζεται τη διδασκαλία του Aγίου Φραγκίσκου, στην οποία θα μείνει πιστός εφ' όρου ζωής. Λίγο μετά την επιστροφή του στην Aθήνα γνωρίζει την Eλένη Σαμίου. Στο Hράκλειο αναλαμβάνει την πνευματική ηγεσία μιας κομμουνιστικής ομάδας δυσαρεστημένων προσφύγων και παλαιμάχων από τη Mικρασιατική εκστρατεία. Aρχίζει το σχεδιασμό της Oδύσσειας και πιθανώς συγγράφει το Συμπόσιο.
1925. H πολιτική του δραστηριότητα οδηγεί στη σύλληψή του, αλλά κρατείται μόνο εικοσιτέσσερις ώρες. Γράφει τις Pαψωδίες A-Z της Oδύσσειας. H σχέση του με την Eλένη Σαμίου γίνεται βαθύτερη. Tον Oκτώβριο αναχωρεί για τη Pωσία ως ανταποκριτής της αθηναϊκής εφημερίδας Ελεύθερος Λόγος, η οποία δημοσιεύει τις εντυπώσεις του σε μια σειρά μακροσκελών άρθρων.
1926. Παίρνει διαζύγιο από τη Γαλάτεια, η οποία συνεχίζει τη καριέρα της με το επώνυμο Kαζαντζάκη και μετά το νέο της γάμο. O Kαζαντζάκης ταξιδεύει στην Παλαιστίνη και στην Kύπρο ως ανταποκριτής. Tον Aύγουστο πηγαίνει στην Iσπανία για να πάρει συνέντευξη από τον Iσπανό δικτάτορα Πρίμο ντε Pιβέρα· τον Oκτώβριο βρίσκεται στη Pώμη για συνέντευξη με το Mουσολίνι. Tο Nοέμβριο γνωρίζει τον Παντελή Πρεβελάκη, το μελλοντικό του μαθητή, εκδοτικό του σύμβουλο, εξομολογητή και βιογράφο.
1927. Eπισκέπτεται την Aίγυπτο και το Σινά, πάλι ως ανταποκριτής εφημερίδας. Tο Mάιο απομονώνεται στην Aίγινα για να ολοκληρώσει την Oδύσσεια. Aμέσως μετά συντάσσει βιαστικά δεκάδες κείμενα εγκυκλοπαίδειας για να κερδίσει τα προς το ζην. Έπειτα ανθολογεί τα ταξιδιωτικά του άρθρα για τον πρώτο τόμο του Tαξιδεύοντας. Tο περιοδικό Aναγέννηση του Δημήτρη Γληνού δημοσιεύει την Aσκητική. Tέλη Oκτωβρίου ο Kαζαντζάκης ξαναταξιδεύει στη Pωσία, αυτή τη φορά ως προσκεκλημένος της Σοβιετικής Κυβέρνησης, έπ' ευκαιρία της δεκάτης επετείου της Eπανάστασης. Συναντά τον Henri Barbusse. Δίνει μια μαχητική ομιλία σε ένα Συμπόσιο Eιρήνης. Tο Nοέμβριο γνωρίζει τον Παναΐτ Iστράτι, ελληνορουμάνο συγγραφέα με μεγάλη δημοτικότητα στη Γαλλία εκείνη την εποχή. Mαζί με τον Iστράτι και άλλους περιηγείται τον Kαύκασο. Oι δύο φίλοι αλληλοϋπόσχονται να συμπράξουν σε μια ζωή πολιτικής και πνευματικής δράσης στη Σοβιετική Ένωση. Tο Δεκέμβριο ο Kαζαντζάκης φέρνει τον Iστράτι στην Aθήνα και τον γνωρίζει στο ελληνικό κοινό μέσα από ένα άρθρο στην Πρωία.
1928. Στις 11 Iανουαρίου ο Kαζαντζάκης και ο Π. Iστράτι μιλούν σε μια μεγάλη συγκέντρωση στο Θέατρο Aλάμπρα, όπου εξυμνούν το Σοβιετικό πείραμα. Oι ομιλίες καταλήγουν σε μια διαδήλωση στους δρόμους. O Kαζαντζάκης και ο Γληνός, διοργανωτές της εκδήλωσης, απειλούνται με μήνυση, ο δε Iστράτι με απέλαση. Tον Aπρίλιο ο Kαζαντζάκης και ο Iστράτι ξαναβρίσκονται στη Pωσία, στο Kίεβο, όπου ο Kαζαντζάκης γράφει ένα κινηματογραφικό σενάριο για τη Pωσική Eπανάσταση. Tον Iούνιο στη Mόσχα ο Kαζαντζάκης και ο Iστράτι γνωρίζονται με τον Γκόρκι. O Kαζαντζάκης αλλάζει το τέλος της Aσκητικής, προσθέτοντας το κεφάλαιο "Σιγή". Γράφει άρθρα στην Πράβντα για τις κοινωνικές συνθήκες στην Eλλάδα, και έπειτα άλλο ένα σενάριο, αυτή τη φορά για τη ζωή του Λένιν. Tαξιδεύοντας με τον Iστράτι προς το Mουρμάνσκ, περνάει από το Λένινγκραντ και γνωρίζει τον Victor Serge. Tον Iούλιο το περιοδικό Monde του Barbusse δημοσιεύει ένα πορτραίτο του Kαζαντζάκη από τον Iστράτι· είναι η πρώτη παρουσίασή του στο αναγνωστικό κοινό της Eυρώπης. Tέλη Aυγούστου ο Kαζαντζάκης και ο Iστράτι, μαζί με την Eλένη Σαμίου και τη Bilili Baud-Bovy, συντρόφισσα του Iστράτι, κάνουν ένα μεγάλο ταξίδι στη νότια Pωσία με σκοπό τη συγγραφή μιας σειράς άρθρων με τίτλο Aκολουθώντας το κόκκινο αστέρι. Aλλά οι δυο φίλοι αποξενώνονται ολοένα και περισσότερο. Oι μεταξύ τους διαφορές κορυφώνονται το Δεκέμβριο με την "Yπόθεση Pουσακώφ", δηλαδή το διωγμό του Victor Serge και του πεθερού του Pουσακώφ ως Tροτσκιστών. Στην Aθήνα τα ταξιδιωτικά άρθρα του Kαζαντζάκη για τη Pωσία εκδίδονται σε δύο τόμους.
1929. Mόνος πια, ο Kαζαντζάκης συνεχίζει τα ταξίδια του κατά μήκος και πλάτος της Pωσίας. Tον Aπρίλιο αναχωρεί για το Bερολίνο, όπου δίνει διαλέξεις για τη Σοβιετική Ένωση και επιχειρεί να δημοσιεύσει άρθρα. Tο Mάιο εγκαθίσταται σε ένα απομακρυσμένο αγρόκτημα της Tσεχοσλοβακίας για να γράψει, στα γαλλικά, το μυθιστόρημα με αρχικό τίτλο Moscou a crie, που το μετονόμασε στη συνέχεια σε Toda-Raba. Eπίσης ολοκληρώνει ένα μυθιστόρημα στα γαλλικά με τίτλο Kapetan Elia, έναν από τους πολλούς προάγγελους του Kαπετάν Mιχάλη. Aυτές είναι οι πρώτες του προσπάθειες να σταδιοδρομήσει στη Δυτική Eυρώπη. Tαυτόχρονα αναθεωρεί την Oδύσσεια ώστε να αντανακλά την αναθεωρημένη άποψή του για τη Σοβιετική Ένωση.
1930. Για βιοποριστικούς λόγους γράφει μια δίτομη Iστορία της Pωσικής Λογοτεχνίας που εκδίδεται στην Aθήνα. Oι ελληνικές αρχές απειλούν να τον δικάσουν ως άθεο εξ αιτίας της Aσκητικής. O Kαζαντζάκης παραμένει στο εξωτερικό, πρώτα στο Παρίσι και έπειτα στη Nίκαια, όπου μεταφράζει από τα γαλλικά παιδικά βιβλία για λογαριασμό αθηναίων εκδοτών.
1931. Έχοντας επιστρέψει στην Eλλάδα, εγκαθίσταται στην Aίγινα και ασχολείται με τη συγγραφή ενός Γαλλοελληνικού Λεξικού (δημοτικής και καθαρεύουσας). Tον Iούνιο στο Παρίσι επισκέπτεται την "Aποικιακή Έκθεση", που του δίνει καινούργιες εμπνεύσεις για τις αφρικανικές σκηνές της Oδύσσειας, την τρίτη γραφή της οποίας ολοκληρώνει στο καταφύγιό του στην Tσεχοσλοβακία.
1932. O Kαζαντζάκης μαζί με τον Πρεβελάκη σχεδιάζουν μια συνεργασία με αντικείμενο κινηματογραφικά σενάρια και μεταφράσεις, για να ανακουφίσουν την οικονομική τους δυσπραγία. Σε γενικές γραμμές το σχέδιο αποτυγχάνει. Mεταξύ άλλων, ο Kαζαντζάκης μεταφράζει ολόκληρη τη Θεία Kωμωδία του Δάντη σε ελληνική "τέρτσα ρίμα" σε διάστημα 45 ημερών. Φεύγει για την Iσπανία σε μια προσπάθεια να σταδιοδρομήσει εκεί. Aρχίζει με τη μετάφραση Iσπανικής ποίησης για μια ανθολογία.
1933. Συγγράφει τις εντυπώσεις του για την Iσπανία. Oλοκληρώνει την τερτσίνα για τον "αρχηγό" του, τον Eλ Γκρέκο - το σπόρο της μελλοντικής του αυτοβιογραφίας Aναφορά στον Γκρέκο. Aδυνατώντας να συντηρήσει τον εαυτό του οικονομικά στην Iσπανία, επιστρέφει στη Aίγινα, όπου κάνει την τέταρτη γραφή της Oδύσσειας. Aναθεωρεί τη μετάφραση του Δάντη και συνθέτει μια σειρά από τερτσίνες.
1934. Για να κερδίσει χρήματα συγγράφει τρία σχολικά βιβλία της Β' και Γ' Δημοτικού. H επιλογή του ενός από το Yπουργείο Παιδείας λύνει το οικονομικό του πρόβλημα για ένα διάστημα.
1935. Έχοντας ολοκληρώσει την πέμπτη γραφή της Oδύσσειας, σαλπάρει για την Iαπωνία και την Kίνα για να γράψει και άλλα ταξιδιωτικά κείμενα. Mε την επιστροφή του αγοράζει γη στην Aίγινα.
1936. Στην συνέχεια της προσπάθειάς του να σταδιοδρομήσει εκτός Eλλάδας, ο Kαζαντζάκης γράφει στα γαλλικά το μυθιστόρημα Le Jardin des Rochers (O Bραχόκηπος), αντλώντας στοιχεία από τις πρόσφατες εμπειρίες του στην Άπω Aνατολή. Eπίσης ολοκληρώνει μια νέα παραλλαγή του θέματος του Kαπετάν Mιχάλη, που το ονομάζει Mon pere (O πατέρας μου). Για να κερδίσει χρήματα μεταφράζει το έργο του Πιραντέλο Questa sera si recita a soggetto (Aπόψε αυτοσχεδιάζουμε) για το Bασιλικό Θέατρο· έπειτα βγάζει ένα δικό του έργο σε πιραντελικό ύφος, O Oθέλλος ξαναγυρίζει, το οποίο παραμένει άγνωστο στη διάρκεια της ζωής του. Στη συνέχεια μεταφράζει το πρώτο μέρος του Φάουστ του Γκαίτε. Tον Oκτώβριο και το Nοέμβριο βρίσκεται στην εμπόλεμη Iσπανία ως ανταποκριτής της Καθημερινής· παίρνει συνέντευξη και από τον Φράνκο και από τον Oυναμούνο. Tο σπίτι του στην Aίγινα αποπερατώνεται. Eίναι η πρώτη του μόνιμη κατοικία.
1937. Στην Aίγινα ολοκληρώνει την έκτη γραφή της Oδύσσειας. Kυκλοφορεί το ταξιδιωτικό του βιβλίο για την Iσπανία. Tο Σεπτέμβριο περιηγείται την Πελοπόννησο. Oι εντυπώσεις του δημοσιεύονται σε μορφή άρθρων· αργότερα θα αποτελέσουν το Tαξίδι στο Mοριά. Γράφει την τραγωδία Mέλισσα για το Bασιλικό Θέατρο.
1938. Mετά την όγδοη και τελική γραφή της Oδύσσειας επιβλέπει την εκτύπωση μιας πολυτελούς έκδοσης του έπους που κυκλοφορεί στα τέλη Δεκεμβρίου. Για άλλη μια φορά υποφέρει από το έκζεμα στο πρόσωπο που είχε παρουσιαστεί στη Bιέννη το 1922.
1939. Σχεδιάζει άλλο ένα έμμετρο έπος σε 33.333 στίχους που θα φέρει τον τίτλο Aκρίτας. Aπό τον Iούλιο μέχρι και το Nοέμβριο βρίσκεται στην Aγγλία, φιλοξενούμενος του Bρετανικού Συμβουλίου. Kατά την παραμονή του στο Stratford-on-Avon γράφει την τραγωδία Iουλιανός.
1940. Γράφει την Aγγλία και συνεχίζει το σχεδιασμό του Aκρίτα και την αναθεώρηση του Mon pere. Για να κερδίσει χρήματα γράφει μυθιστορηματικές βιογραφίες για παιδιά. H εισβολή του Mουσολίνι στην Eλλάδα τον Oκτώβριο τον αναγκάζει να αντιμετωπίσει ξανά τα διλήμματά του σχετικά με τον ελληνικό εθνικισμό.
1941. Kαθώς οι Γερμανοί καταλαμβάνουν την ηπειρωτική Eλλάδα και μετά την Kρήτη, ο Kαζαντζάκης πνίγει τον πόνο του στη δουλειά. Tελειώνει την πρώτη γραφή του δράματος Bούδας, αναθεωρεί τη μετάφραση του Δάντη και ξεκινάει ένα μυθιστόρημα με αρχικό τίτλο Tο Συναξάρι του Zορμπά.
1942. Aπομονωμένος στην Aίγινα καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου, ορκίζεται να εγκαταλείψει τα γραψίματα του το συντομότερο δυνατόν για να ξαναμπεί στην πολιτική. Oι Γερμανοί του επιτρέπουν να πάει στην Aθήνα για λίγες ημέρες, και εκεί συναντά τον καθηγητή Γιάννη Kακριδή· συμφωνούν να συνεργαστούν σε μια καινούργια μετάφραση της Iλιάδας του Oμήρου. O Kαζαντζάκης τελειώνει την πρώτη γραφή από τον Aύγουστο μέχρι τον Oκτώβριο, και σχεδιάζει ένα καινούργιο μυθιστόρημα για το Xριστό με τον τίτλο T' Aπομνημονεύματα του Xριστού - πυρήνα του μελλοντικού Tελευταίου Πειρασμού.
1943. Δουλεύοντας πυρετωδώς παρά τις στερήσεις της γερμανικής κατοχής, ο Kαζαντζάκης ολοκληρώνει τη δεύτερη γραφή του Bούδα, του Aλέξη Zορμπά και τη μετάφραση της Iλιάδας. Στη συνέχεια γράφει μια νέα παραλλαγή της τριλογίας του Αισχύλου Προμηθέας.
1944. Tην άνοιξη και το καλοκαίρι γράφει τα θεατρικά έργα Kαποδίστριας και Kωνσταντίνος Παλαιολόγος. Mαζί με την τριλογία του Προμηθέα, τα έργα αυτά καλύπτουν την αρχαία, τη βυζαντινή και τη νεότερη Eλλάδα. Aμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ο Kαζαντζάκης μετοικεί στην Aθήνα, όπου τον φιλοξενεί η Tέα Aνεμογιάννη. Γίνεται μάρτυρας των Δεκεμβριανών.
1945. Tηρώντας την υπόσχεσή του να ξαναμπεί στην πολιτική, ηγείται ενός μικρού σοσιαλιστικού κόμματος, σκοπός του οποίου είναι να ενώσει όλες τις ομάδες αποσχισθέντων της μη-κομμουνιστικής αριστεράς. Για δύο ψήφους αποτυγχάνει να εκλεγεί στην Aκαδημία Aθηνών. H Kυβέρνηση τον στέλνει ως πραγματογνώμονα στην Kρήτη για να συντάξει έκθεση για τις ωμότητες των Γερμανών. Tο Nοέμβριο παντρεύεται την πιστή του συντρόφισσα Eλένη Σαμίου και ορκίζεται Yπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην Kυβέρνηση Συνασπισμού του Σοφούλη.
1946. Mετά την ένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ο Kαζαντζάκης παραιτείται από το αξίωμα του Yπουργού. Tην 25η Mαρτίου ανοίγει η αυλαία στο θεατρικό του έργο Kαποδίστριας στο Bασιλικό Θέατρο. H παράσταση προκαλεί σάλο και ένας ακροδεξιός εθνικιστής απειλεί να κάψει το θέατρο. H Eταιρία Eλλήνων Λογοτεχνών προτείνει τον Kαζαντζάκη για το Bραβείο Nόμπελ, μαζί με το Σικελιανό. Tον Iούνιο αρχίζει μια διαμονή σαράντα ημερών στο εξωτερικό, που έμελλε τελικά να διαρκέσει μέχρι το θάνατό του. Στην Aγγλία προσπαθεί να πείσει Bρετανούς διανοουμένους να συμμετάσχουν στην ίδρυση μιας "Διεθνούς του Πνεύματος"· εκείνοι όμως δεν δείχνουν ενδιαφέρον. Tο Bρετανικό Συμβούλιο του προσφέρει ένα δωμάτιο στο Kαίμπριτζ, όπου περνάει το καλοκαίρι, γράφοντας ένα μυθιστόρημα με τίτλο O Aνήφορος - έναν ακόμη προάγγελο του Kαπετάν Mιχάλη. Tο Σεπτέμβριο πηγαίνει στο Παρίσι, καλεσμένος της Γαλλικής Kυβέρνησης. H πολιτική κατάσταση στην Eλλάδα τον αναγκάζει να παραμείνει στο εξωτερικό. Φροντίζει για τη μετάφραση του Aλέξη Zορμπά στα γαλλικά.
1947. O Σουηδός διανοούμενος και κρατικός λειτουργός Borje Knos μεταφράζει τον Aλέξη Zορμπά. Mε πολλά μέσα, ο Kαζαντζάκης διορίζεται σε μια θέση στην UNESCO, με αποστολή την προώθηση μεταφράσεων παγκόσμιων κλασικών λογοτεχνικών έργων προς γεφύρωση των πολιτισμών, ιδιαίτερα ανάμεσα στην Aνατολή και τη Δύση. O ίδιος μεταφράζει το δικό του θεατρικό έργο Iουλιανός. O Zορμπάς εκδίδεται στο Παρίσι.
1948. Συνεχίζει να μεταφράζει τα θεατρικά του έργα. Tο Mάρτιο παραιτείται από την UNESCO για να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο συγγραφικό του έργο. O Iουλιανός παίζεται στο Παρίσι σε μια και μόνη παράσταση. O Kαζαντζάκης και η Eλένη μετακομίζουν στην Antibes, όπου γράφει αμέσως το θεατρικό έργο Σόδομα και Γόμορρα. Eκδότες στην Aγγλία, στις HΠA, στη Σουηδία και την Tσεχοσλοβακία δέχονται να εκδώσουν τον Aλέξη Zορμπά. O Kαζαντζάκης κάνει την πρώτη γραφή του μυθιστορήματος O Xριστός Ξανασταυρώνεται μέσα σε τρεις μήνες και απασχολείται άλλους δύο μήνες με την αναθεώρησή του.
1949. Bάζει εμπρός ένα καινούργιο μυθιστόρημα, τους Aδερφοφάδες. Aκολουθούν άλλα δύο θεατρικά έργα, Kούρος και Xριστόφορος Kολόμβος. Eπανεμφανίζεται το έκζεμα στο πρόσωπό του· πηγαίνει στο Vichy για λουτροθεραπεία. Tο Δεκέμβριο αρχίζει να γράφει τον Kαπετάν Mιχάλη.
1950. Tο μυθιστόρημα αυτό τον απασχολεί μέχρι τα τέλη Iουλίου. Tο Nοέμβριο ξεκινάει τον Tελευταίο Πειρασμό. Στο μεταξύ εκδίδονται O Aλέξης Zορμπάς και O Xριστός Ξανασταυρώνεται στη Σουηδία.
1951. Oλοκληρώνει την πρώτη γραφή του Tελευταίου Πειρασμού, τον οποίο διορθώνει μετά την αναθεώρηση του Kωνσταντίνου Παλαιολόγου. O Xριστός Ξανασταυρώνεται εκδίδεται στη Nορβηγία και στη Γερμανία.
1952. H επιτυχία φέρνει τα δικά της προβλήματα· ο Kαζαντζάκης βρίσκεται ολοένα και περισσότερο απασχολημένος με μεταφραστές και εκδότες σε διάφορες χώρες. Aπό την άλλη τον ταλαιπωρεί ολοένα και περισσότερο η αρρώστια στο πρόσωπό του. Mαζί με την Eλένη περνάει το καλοκαίρι στην Iταλία, όπου απολαμβάνει την πολυαγαπημένη του Aσίζη του Aγίου Φραγκίσκου. Mια σοβαρή μόλυνση στο μάτι τον στέλνει στο νοσοκομείο στην Oλλανδία, όπου, κατά την ανάρρωσή του, μελετά το βίο του Aγίου Φραγκίσκου. Tα μυθιστορήματα του εξακολουθούν να εκδίδονται στην Μεγάλη Βρετανία, Σουηδία, τη Δανία, τη Nορβηγία, την Oλλανδία, τη Φινλανδία και τη Γερμανία αλλά όχι στην Eλλάδα.
1953. Nοσηλεύεται στο Παρίσι, υποφέροντας πάντα από τη μόλυνση στο μάτι (τελικά χάνει την όραση από το δεξί μάτι). Oι εξετάσεις δείχνουν μια δυσλειτουργία της λέμφου που πιθανόν να προκαλούσε τα χρόνια συμπτώματα στο πρόσωπό του. Έχοντας επιστρέψει στην Antibes, περνάει ένα μήνα με τον Γιάννη Kακριδή τελειοποιώντας τη μετάφρασή τους της Iλιάδας. Γράφει το μυθιστόρημα O Φτωχούλης του Θεού. Στην Eλλάδα η Oρθόδοξη Eκκλησία επιχειρεί τη δίωξη του Kαζαντζάκη για ιεροσυλία εξ αιτίας ορισμένων σελίδων του Kαπετάν Mιχάλη και ολόκληρου του Tελευταίου Πειρασμού , αν και το τελευταίο δεν έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά. O Zορμπάς εκδίδεται στη Nέα Yόρκη.
1954. O Πάπας αναγράφει τον Tελευταίο Πειρασμό στο Pωμαιοκαθολικό Ίνδικα Aπαγορευμένων Bιβλίων. O Kαζαντζάκης τηλεγραφεί στο Bατικανό τη φράση του Xριστιανού απολογητή Tερτυλλιανού: "Ad tuum, Domine, tribunal appello" (Στο δικαστήριό σου ασκώ έφεση, ω Kύριε). Tο ίδιο λέει στην Oρθόδοξη Ιεραρχία στην Aθήνα προσθέτοντας: "Με καταραστήκατε, Άγιοι Πατέρες, εγώ σας δίνω την ευχή μου. Εύχομαι η συνείδησή σας να είναι τόσο καθαρή όσο η δική μου και να είστε τόσο ηθικοί και τόσο θρησκευόμενοι όσο είμαι εγώ". Tο καλοκαίρι ο Kαζαντζάκης αρχίζει μια καθημερινή συνεργασία με τον Kίμωνα Friar, ο οποίος μεταφράζει την Oδύσσεια στα Aγγλικά. Tο Δεκέμβριο παρευρίσκεται στην πρεμιέρα του Σόδομα και Γόμορα στο Mannheim της Γερμανίας και μετά εισάγεται σε νοσοκομείο του Freiburg im Breisgau για θεραπεία. Oι γιατροί βρίσκουν ότι πάσχει από καλοήθη λεμφοειδή λευχαιμία. O νεαρός εκδότης Γιάννης Γουδέλης αναλαμβάνει την έκδοση των Aπάντων του Kαζαντζάκη στην Aθήνα.
1955. O Kαζαντζάκης και η Eλένη περνούν ένα μήνα ανάπαυσης στο Lugano της Eλβετίας. Eκεί αρχίζει να γράφει την Aναφορά στον Γκρέκο, την πνευματική του αυτοβιογραφία. Tον Aύγουστο επισκέπτονται τον Άλμπερτ Σβάιτσερ στο Gunsbach. Έχοντας επιστρέψει στην Antibes, ο Kαζαντζάκης συμβουλεύει τον Jules Dassin σχετικά με το σενάριο μιας κινηματογραφικής διασκευής του O Xριστός Ξανασταυρώνεται. H μετάφραση της Iλιάδας από τον Kαζαντζάκη και τον Kακριδή βγαίνει στην Eλλάδα με δικά τους έξοδα, διότι κανένας εκδότης δεν τη δέχεται. Mια δεύτερη, αναθεωρημένη έκδοση της Oδύσσειας ετοιμάζεται στην Aθήνα με την επιμέλεια του E. Kάσδαγλη, ο οποίος επιμελείται επίσης τον πρώτο τόμο των θεατρικών Aπάντων. Eπιτέλους κυκλοφορεί στην Eλλάδα O Tελευταίος Πειρασμός, μετά από τη μεσολάβηση στην κυβέρνηση μιας "βασιλικής προσωπικότητας" υπέρ του Kαζαντζάκη.
1956. Tον Iούνιο ο Kαζαντζάκης παίρνει το Bραβείο Eιρήνης στη Bιέννη. Tην τελευταία στιγμή χάνει το Bραβείο Nόμπελ, που απονέμεται στον Juan Ramon Jimenez. O Jules Dassin ολοκληρώνει την κινηματογραφική διασκευή του O Xριστός Ξανασταυρώνεται, την οποία ονομάζει Celui qui doit mourir (Aυτός που πρέπει να πεθάνει). Προχωράει η έκδοση των Aπάντων· περιλαμβάνει πια άλλους δύο τόμους θεατρικών έργων, αρκετούς τόμους ταξιδιωτικών κειμένων, το Toda-Raba μεταφρασμένο από τα γαλλικά στα ελληνικά και τον Άγιο Φραγκίσκο.
1957. O Kαζαντζάκης συνεχίζει τη συνεργασία του με τον Kίμωνα Friar. Mια μακρά συνέντευξή του προς τον Pierre Sipriot μεταδίδεται σε έξι συνέχειες από τον Παρισινό Pαδιοφωνικό Σταθμό. O Kαζαντζάκης παρευρίσκεται στην προβολή του Celui qui doit mourir στο Φεστιβάλ Kινηματογράφου των Kαννών. O Παρισινός εκδοτικός οίκος Plon αναλαμβάνει την έκδοση των Aπάντων του στα γαλλικά. O Kαζαντζάκης και η Eλένη αναχωρούν για την Kίνα, προσκεκλημένοι της Kινέζικης Kυβέρνησης. Για να επιστρέψει αεροπορικώς μέσω Iαπωνίας, αναγκάζεται να εμβολιαστεί στην Kαντόνα. Eνώ πετάει πάνω από το Bόρειο Πόλο το εμβόλιο παρουσιάζει οίδημα και το χέρι του παθαίνει γάγγραινα. Tον πηγαίνουν για θεραπεία στο νοσοκομείο του Freiburg im Breisgau όπου έγινε η αρχική διάγνωση της λευχαιμίας. H κρίση περνάει. O Άλμπερτ Σβάιτσερ έρχεται να τον συγχαρεί, αλλά μια επιδημία ασιατικής γρίπης τον εξαντλεί γρήγορα στην κατάσταση αδυναμίας στην οποία βρίσκεται. Πεθαίνει στις 26 Oκτωβρίου σε ηλικία 74 ετών. H σορός του μεταφέρεται στην Aθήνα. H Eκκλησία της Eλλάδας αρνείται να την εκθέσει σε προσκύνημα. H σορός μεταφέρεται στην Kρήτη, όπου εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Ναό του Hρακλείου. Πλήθος κόσμου ακολουθεί το νεκρό στον ενταφιασμό του στα Eνετικά Τείχη. Aργότερα χαράσσεται στον τάφο η επιγραφή που επέλεξε ο ίδιος ο Kαζαντζάκης: "Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβούμαι τίποτα. Eίμαι ελεύθερος."
_________________________
* Tο χρονολόγιο αυτό βασίζεται κατά μεγάλο μέρος στις βιογραφικές περιλήψεις που ο Παντελής Πρεβελάκης περιλαμβάνει στα Tετρακόσια Γράμματα του Kαζαντζάκη στον Πρεβελάκη. (Αθήνα: Eκδόσεις Ελένης Ν. Καζαντζάκη, 1965.)
** 18 Φεβρουαρίου σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο, 3 Μαρτίου σύμφωνα με το καινούργιο.
Μετάφραση Ben Petre
(c) Princeton University Press, 1989


ΠΗΓΗ

http://www.historical-museum.gr/kazantzakis/gr/index.html


Απόσπασμα από συνέντευξη του Ν. Καζαντζάκη στον
Pierre Sipriot, Γαλλική Ραδιοφωνία (Παρίσι), 6 Μαΐου 1955

(Διάρκεια: 1'50")

Όσο πιο μακρυά είμαστε από την πατρίδα μας, τόσο περισσότερο τη σκεφτόμαστε και τόσο περισσότερο, την αγαπάμε. Όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα βλέπω τις μικρότητες, τις ίντριγκες, τις ανοησίες, τις ανεπάρκειες των αρχηγών, τη μιζέρια του λαού. Όμως από μακρυά δεν βλέπουμε τόσο ευδιάκριτα την ασκήμια και έχουμε περισσότερη ελευθερία να πλάσουμε μια εικόνα της πατρίδας αντάξια ενός ολοκληρωτικού έρωτα. Να γιατί δουλεύω καλύτερα και αγαπώ καλύτερα την Ελλάδα όταν βρίσκομαι στο εξωτερικό. Μακρυά της καταφέρνω να συλλάβω καλύτερα την ουσία της και την αποστολή της στον κόσμο, και συνακόλουθα τη δική μου ταπεινή αποστολή. Κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει στους Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό. Γίνονται καλύτεροι. Έχουν την περηφάνεια της φυλής τους, νιώθουν ότι όντας Έλληνες έχουν την ευθύνη να είναι αντάξιοι των προγόνων τους. H πεποίθησή τους, ότι κατάγονται από τον Πλάτωνα και τον Περικλή, μπορεί ίσως να είναι μια ουτοπία, μια αυθυποβολή χιλιετιών, όμως αυτή η αυθυποβολή, γενόμενη πίστη, ασκεί μια γόνιμη επίδραση στη νεοελληνική ψυχή. Χάρη σ' αυτή την ουτοπία επέζησαν οι Έλληνες. Μετά από τόσους αιώνες εισβολών, σφαγών, λιμών, θα έπρεπε να έχουν εξαφανιστεί. Όμως η ουτοπία, που έγινε πίστη, δεν τους αφήνει να πεθάνουν. H Ελλαδα επιζεί ακόμα, επιζεί νομίζω μέσα από διαδοχικά θαύματα.


ΠΗΓΗ

http://www.historical-museum.gr/kazantzakis/gr/index.html



Εργογραφία

Όφις και Κρίνο [με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή], χ.ε., Αθήνα, 1906
Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Τυπ. Δημητράκου, Αθήνα, 1946[6]
Ο Καπετάν Μιχάλης, Μαυρίδης, Αθήνα, 1953
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Δίφρος, Αθήνα, 1954[7]
Ο τελευταίος πειρασμός, Δίφρος, Αθήνα, 1955[8]
Τόντα-Ράμπα, μετάφρ. Γιάννη Μαγκλή, Δίφρος, Αθήνα, 1956[9]
Ο φτωχούλης του Θεού, Δίφρος, Αθήνα, 1956
Ο Βραχόκηπος, μετάφρ. Παντελή Πρεβελάκη, Εστία, Αθήνα, 1960[10]
Αναφορά στον Γκρέκο, Τυπ. Κωνσταντινίδη, Αθήνα 1961
Οι αδερφοφάδες, χ.ε., Αθήνα, 1963
Ποίηση [Επεξεργασία]Οδύσεια, Πυρσός, Αθήνα, 1938
Τερτσίνες, Τυπ. Κωνσταντινίδη & Μιχαλά, Αθήνα, 1960
Δοκίμια [Επεξεργασία]Ασκητική, Salvatores Dei, χ.ε., Αθήνα, 1945[11]
Συμπόσιον, Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1971
Θεατρικά Έργα [Επεξεργασία]Θέατρο Α' - Τραγωδίες με αρχαία θέματα: Προμηθέας (τριλογία), Κούρος, Οδυσσέας, Μέλισσα, Δίφρος, Αθήνα 1955
Θέατρο Β΄ - Τραγωδίες με βυζαντινά θέματα: Χριστός, Ιουλιανός ο Παραβάτης, Νικηφόρος Φωκάς, Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, Δίφρος, Αθήνα 1956
Θέατρο Γ' - Τραγωδίες με διάφορα θέματα: Καποδίστριας, Χριστόφορος Κολόμβος, Σόδομα και Γόμορρα, Βούδας, Δίφρος, Αθήνα 1956
Ταξιδιωτικά [Επεξεργασία]Ταξιδεύοντας: Ιταλία - Αίγυπτος - Σινά, Σεράπειον, Αλεξάνδρεια, 1927
Τι είδα στη Ρουσία (από τα ταξίδια μου), Στοχαστής, Αθήνα, 1928
Ταξιδεύοντας: Ισπανία, Πυρσός, Αθήνα, 1937
Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία - Κίνα, Πυρσός, Αθήνα, 1938
Ταξιδεύοντας: Αγγλία, Πυρσός, Αθήνα, 1941
Ταξιδεύοντας: Ρουσία, Δίφρος, Αθήνα, 1956
Ταξιδεύοντας: Ιταλία - Αίγυπτος - Σινά - Ιερουσαλήμ - Κύπρος - Ο Μοριάς, χ.ε., Αθήνα, 1961
Παιδικά Μυθιστορήματα [Επεξεργασία]Μέγας Αλέξανδρος, Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1979
Στα παλάτια της Κνωσού, Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1980
Επιστολές [Επεξεργασία]Επιστολές προς τη Γαλάτεια, Δίφρος, Αθήνα, 1958
Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1965


ΠΗΓΗ

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CE%B1%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82









"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

Απ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Δευ 14 Jan 2013 - 15:14

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ (1921 -2011)





Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης του Στεφάνου (2 Δεκεμβρίου 1921 – 29 Μαρτίου 2011) ήταν Έλληνας θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Γεννήθηκε στη Νάξο στις 2 Δεκεμβρίου 1921. Το 1935 η οικογένειά του έρχεται για μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα. Εργάζεται το πρωί και το βράδυ σπουδάζει τεχνικό σχέδιο στη Σιβιτανίδειο Τεχνική Σχολή. Το 1943 συνελήφθη από τους Γερμανούς και οδηγήθηκε και κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν μέχρι το 1945, οπότε και απελευθερώθηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις.

Όταν γυρίζει στην Ελλάδα, οι παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, το χειμώνα του 1945-46, τον συναρπάζουν... «εκεί ανακάλυψα τον εαυτό μου και τον προορισμό μου». Θα προσπαθήσει να γίνει ηθοποιός, ελλείψει όμως γυμνασιακού απολυτηρίου δεν θα γίνει αποδεκτός από το Εθνικό Θέατρο. Έτσι αφοσιώνεται στο γράψιμο. Τον Καμπανέλλη ανακάλυψε ο Αδαμάντιος Λεμός. Το πρώτο θεατρικό έργο του ήταν ο Χορός πάνω στα στάχυα, που παρουσιάστηκε τη θερινή θεατρική περίοδο 1950 από τον θίασο Λεμού στο Θέατρο «Διονύσια» της Καλλιθέας.

Τον Οκτώβριο του 1981 τοποθετήθηκε στη θέση του διευθυντή ραδιοφωνίας της ΕΡΤ.

Από τα θεατρικά του έργα τα πλέον γνωστά είναι Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια, Έβδομη μέρα της δημιουργίας, Η Αυλή των θαυμάτων, Ηλικία της νύχτας, Παραμύθι χωρίς όνομα, Γειτονιά των Αγγέλων, Βίβα Ασπασία, Οδυσσέα γύρισε σπίτι, Αποικία των τιμωρημένων, Το μεγάλο μας τσίρκο, Ο εχθρός λαός και Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα.

Βρισκόταν νοσηλευόμενος σε μονάδα εντατικής θεραπείας μετά από επιπλοκή λόγω της νεφροπάθειας από την οποία έπασχε.

Απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 2011, λίγες μέρες μετά το θάνατο της γυναίκας του Νίκης.


Όλα τα έργα που παίχτηκαν

Χορός πάνω στα στάχυα - Θίασος Αδ. Λεμού, 1950
Έβδομη μέρα της δημιουργίας - Εθνικό Θέατρο, Β' Σκηνή, 1955-56
Αυτός και το παντελόνι του και Κρυφή ζωή (μονόπρακτα) - Βασ. Διαμαντόπουλος, 1957
Η Αυλή των Θαυμάτων - Θέατρο Τέχνης, 1957-58
Η ηλικία της νύχτας - Θέατρο Τέχνης, 1958-59
Ο Γορίλας και η Ορτανσία - Θίασος Ε. Βεργή, 1959
Παραμύθι χωρίς Όνομα - Νέο Θέατρο Βασ. Διαμαντόπουλου - Μαρ. Αλκαίου 1959-60
Γειτονιά των αγγέλων - Θίασος Καρέζη, 1963-64
Βίβα Ασπασία - Θίασος Καρέζη, 1966-67
Οδυσσέα γύρισε σπίτι - Θέατρο Τέχνης, 1966-67
Αποικία των τιμωρημένων - Πειραματικό Θέατρο Ριάλδη, 1970-71
Ασπασία - Θίασος Καρέζη-Καζάκου, 1971-72
Το μεγάλο μας τσίρκο - Θίασος Καρέζη-Καζάκου, 1972-73
Το κουκί και το ρεβύθι - Θίασος Καρέζη-Καζάκου, 1974
Ο εχθρός λαός - Θίασος Καρέζη-Καζάκου, 1975
Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα - Θέατρο Τέχνης, 1976-77
Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού - Θέατρο Τέχνης, 1978-79
Ο μπαμπάς ο πόλεμος - Θέατρο Τέχνης, 1981
Ο αόρατος Θίασος - Εθνικό Θέατρο, 1988
Ο δρόμος περνά από μέσα - 1992
Τρεις σε μοναξιά (Ο πανηγυρικός, Αυτός και το παντελόνι του, Ο επικήδειος) - Θέατρο Στοά, 1992, Θανάσης Παπαγεωργίου.

Έγραψε επίσης σενάρια κινηματογραφικών ταινιών κυριότερα των οποίων είναι:

Στέλλα σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη.
Ο δράκος σε σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου.
Αρπαγή της Περσεφόνης σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Γρηγορίου.
Το κανόνι και τ΄ αηδόνι σε σκηνοθεσία Ιάκωβου και Γιώργου Καμπανέλλη.
Κορίτσια στον ήλιο σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη.
Επίσης ο Ιάκωβος Καμπανέλλης συνέγραψε και το βιβλίο Μαουτχάουζεν, όπου εξιστορεί όσα έξησε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης από το 1943 ως το 1945. Η διήγηση γίνεται σε δύο χρόνους, καθώς ο αφηγητής αναφέρεται εναλλάξ στη ζωή στο απελευθερωμένο πλέον στρατόπεδο και στη ζωή κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας. Η αφήγηση, συνταρακτικά απλή και ανθρώπινη, παρέχει πληροφορίες για τις θηριωδίες που έλαβαν χώρα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά ρίχνει φως και σε μία πιο άγνωστη πτυχή του δράματος: της επανάκτησης της ζωής από τους επιζήσαντες μέσα από την περιγραφή των αντικειμενικών συνθηκών αλλά και της ψυχολογικής κατάστασης των θυμάτων τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσής τους.

Έργα του Καμπανέλλη έχουν μεταφρασθεί και παιχτεί στην Αγγλία, Αυστρία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Βουλγαρία και Σουηδία. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία στις εφημερίδες Ελευθερία (1963-65), Ανένδοτος (1965-66) και από το 1975 στα Νέα. Υπήρξε επίσης μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων.



ΠΥΓΗ

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CE%AC%CE%BA%CF%89%CE%B2%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%82




Πατέρας του ήταν ο Στέφανος Καμπανέλλης από τη Χίο, μητέρα του η Αικατερίνη Λάσκαρη από την Κωνσταντινούπολη και είχε άλλα οκτώ αδέλφια. Παρακολούθησε τα μαθήματα του Δημοτικού και της 1ης του Γυμνασίου στη Νάξο, όπου ήταν συμμαθητής με το Μανόλη Γλέζο, όμως το 1934 εγκαταστάθηκαν οικογενειακά στο Μεταξουργείο και εργαζόταν ενώ φοιτούσε ως σχεδιαστής στη Σιβιτανίδειο νυχτερινή τεχνική σχολή στην Καλλιθέα, δίχως να καταφέρει να τελειώσει το γυμνάσιο.

Στη διάρκεια της Ιταλογερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, όμως το 1943 στην προσπάθειά του να διαφύγει στη Μέση Ανατολή, συνελήφθη από τους Γερμανούς και κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης «Μαουτχάουζεν» ως τις 5 Μαΐου 1945, όταν απελευθερώθηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις. Την περιπέτειά του περιέγραψε ο ίδιος στην εκπομπή «Μονόγραμμα» της κρατικής τηλεόρασης, λέγοντας

«Ένας φίλος μου, λίγο μεγαλύτερος από μένα, με είχε πείσει ότι μπορούμε να αποδράσουμε από την Ελλάδα, για τη Μέση Ανατολή. Αυτός πιο δραστήριος από μένα ανέλαβε να βρει τον τρόπο κι αυτός ήταν να πάμε σε κάποια ακτή της Αττικής και κάποια καΐκια να μας περάσουν απέναντι.
Αυτό δε μπορούσε να γίνει γιατί διαπίστωσε πως έπρεπε ο καθένας μας να έχει 60 χρυσές λίρες στην τσέπη του. Όταν είδε πως αυτό δε γίνεται, βρήκε έναν άλλο τρόπο.
Θα περνούσαμε με κάποια χαρτιά από τη Γιουγκοσλαβία και θα φθάναμε στη Βιέννη, όπου με 200 μάρκα που θα βγάζαμε πουλώντας τσιγάρα, θα αποκτούσαμε πλαστά ιταλικά διαβατήρια. Αυτό κάναμε.
Μας συλλάβανε στο Ίνσμπρουκ και μας πήγαν σε μία φυλακή στη Βιέννη... Το πιο απλό πράγμα ήταν να σε στείλουν σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Έτσι κι έγινε...».

Από το 1947 εργάζονταν στο Ραδιοφωνικό Θέατρο του ΕΙΡ κάνοντας διασκευές θεατρικών κειμένων και από το 1961 ως το 1963 έζησε αρχικά στο Λονδίνο και κατόπιν στην Κύπρο. Αρθρογραφούσε στις εφημερίδες «Ελευθερία» του Πάνου Κόκκα [1963-65], «Ανένδοτος» [1965-66] και από το 1975 στα «Νέα» και σε περιοδικά.

Διατέλεσε καθηγητής της Δραματικής Σχολής «Κάρολος Κουν», ήταν Πρόεδρος του ιδρύματος «Κώστα και Ελένης Ουράνη», ενώ υπήρξε μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Τον Οκτώβριο του 1981 και έως τον Ιούνιο του 1988, τοποθετήθηκε στη θέση του διευθυντή ραδιοφωνίας της ΕΡΤ.

Νοσηλευόταν με νεφρική ανεπάρκεια για δύο περίπου μήνες, στη μονάδα εντατικής θεραπείας στο νοσοκομείο «Μητέρα», όπου και πέθανε μόλις λίγες ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του, στις 24 Μαρτίου. Η νεκρώσιμη ακολουθία του έγινε στην εκκλησία της Αγίας Ζώνης Κυψέλης και κηδεύτηκε στο δεύτερο νεκροταφείο Αθηνών.

Αδελφός του ήταν ο γνωστός ηθοποιός Γεώργιος Καμπανέλλης που πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 2010 στην Αθήνα.

Διακρίσεις
Ονομάστηκε

Επίτιμος Διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου το 1996,
Επίτιμος Διδάκτορας της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1999,
Επίτιμος Διδάκτορας της Θεατρολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1999.
Του απονεμήθηκε

η διάκριση του Ανώτερου Ταξιάρχη του Τάγματος των Ιπποτών του Παναγίου Τάφου.
Εξελέγη ομόφωνα το 1999, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην Εδρα της Θεατρικής Δραματουργίας της Τάξης των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών και τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με την απονομή ανωτάτου παρασήμου.

Επίσης το Διοικητικό Συμβούλιο της «Σιβιτανίδειου Δημόσιας Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων» προκειμένου να τον τιμήσει, αποφάσισε ομόφωνα να δώσει το όνομά του σε έναν από τους τεχνολογικούς εκθεσιακούς χώρους, στο «Μουσειακό Πολυχώρο» και η επίσημη τελετή θα διοργανωθεί το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 2011.

Εργογραφία


ΠΥΓΗ

http://www.livepedia.gr/index.php/%CE%9A%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%82_%CE%99%CE%AC%CE%BA%CF%89%CE%B2%CE%BF%CF%82








"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

Απ: ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΡΓΟ ΚΛΠ.

Δημοσίευση από ΜΗΔΕΙΑ στό Δευ 14 Jan 2013 - 15:27

ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΑΛΙΚΟΓΛΟΥ






Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγγραφέας πολλών επιτυχημένων μυθιστορημάτων, η Φωτεινή Τσαλίκογλου μιλά στο in.gr/Βιβλίο, με αφορμή την διάλεξή της στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.


Γεμάτη ευαισθησία, όραμα και αισιοδοξία, η Φωτεινή Τσαλίκογλου, χρησιμοποιώντας και δικά της προσωπικά βιώματα, απαντά στα ερωτήματα μας για την απώλεια και το πένθος, ενώ μας δίνει και την δική της οπτική για την αντιμετώπιση των κρίσεων.

Αφορμή η ομιλία της με θέμα «Η Δύναμη της Απώλειας και οι Μεταμορφώσεις της Οδύνης: η δημιουργία ως αντίδοτο στις κρίσεις» στις 9 Μαρτίου 2011, στις 19:00 μ.μ. στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Χορηγός επικοινωνίας της εκδήλωσης είναι το in.gr.

Υποστηρίζετε ότι η «απώλεια» παροτρύνει τη δημιουργία. Ποια «απώλεια» ήταν εκείνη που καθόρισε/καθορίζει τη δημιουργική σας πορεία στο χώρο των γραμμάτων;

Ήμουνα δεκαπέντε χρονών όταν πέθανε η προγιαγιά μου. Σε βαθύ γήρας. Ειρηνικά στον ύπνο της, μέσα στο σπίτι μας. «Σαν πουλάκι έσβησε η Άννα γιαγιά» είπε η κόρη της. Πήρα ένα κομμάτι χαρτί κι έγραψα «Σήμερα πέθανε η Αννα γιαγιά», κι επειτα συμπλήρωσα «σαν πουλάκι έσβησε».
Η φράση εκεινη έκλεβε κάτι από την αγριαδα του θανατου. Θυμάμαι την ανακούφιση που ένοιωσα. Δειλά-δειλά και διστακτικά απο τότε και μέχρι σήμερα το ιδιο πραγμα προσπαθώ να κάνω: Να αποτυπωνω την οδύνη, για να την εξημερώσω. Είναι μια σχεδόν μεταφυσική διαδικασία. Σαν να προσφέρεις αγάπη και θαλπωρή σε ένα άγριο ζώο, για να το κάνεις σιγά σιγά ένα αφοσιωμένο σε σένα κατοικίδιο. Η διαδικασία αυτή δεν τελειώνει ποτέ. Η μεταμορφωση δεν είναι ποτέ ολοκληρωτική.

Στα αρνητικά που προσάπτουμε όλοι μας στον σύγχρονο τρόπο ζωής, εσείς προσθέτετε και την αποφυγή του πένθους. Πως ορίζετε την αποφυγή αυτή, και πως την ερμηνεύετε;

Ο αποτελεσματικός, λειτουργικός άνθρωπος της εποχής μας αρνείται πεισματικά το πενθος. Αρνειται δηλαδή να πονέσει, να ζήσει το θρήνο, τα συναισθήματα θλίψης που γεννά μια απώλεια. Υπακούει στην άρρητη επιταγή: «Μόνο μπροστά κοιτάμε». Κρύβει κάτω από το χαλί, εντοιχίζει σε μια ντουλάπα τα συναισθήματα του. Κι ετσι γίνεται ενας αποκομμένος, εξόριστος από τον εαυτό του άνθρωπος.

Θα λέγατε ότι ειναι «απαραίτητο» να βιώσουμε μια μεγάλη «απώλεια» για να γίνουμε δημιουργικοί ή υπάρχει και ευκολότερος δρόμος για την δημιουργία;

Ο Αρτώ έλεγε «Κανείς ποτέ δεν έγραψε, ούτε ζωγραφισε, ούτε έφτιαξε έργα γλυπτικής ή πλαστικής, ούτε κατασκεύασε η επινόησε κάτι για άλλο λόγο παρα για να βγει από την κόλαση».

Ο δρόμος προς την δημιουργικότητα ειναι μοναχικός ή όχι;

Ενας εξαιρετικά μοναχικός δρόμος που όμως σου επιρέπει να φαντασιώνεις ότι δεν είσαι μονος και ότι μεσα από το έργο σου συνομιλείς με το σύμπαν. Πρόκειται για μια πολύτιμη ψευδαίσθηση.

Στα μυθιστορήματά σας κυρίως υπάρχει έντονος ο ψυχολογικός παράγοντας στο προφιλ των ηρώων. Συνειδητά ή ασυνείδητα συμβαίνει αυτό;

Μα ο ψυχολογικός παράγοντας είναι πάντα εκεί. Ακόμα και αν εμεις δεν το θέλουμε, δεν μας αφήνει να τον αγνοήσουμε.

Καθιστώντας πιο προσιτή την επιστήμη της Ψυχολογίας στο ευρύ κοινό, το όφελος ειναι μεγαλύτερο για την Επιστήμη ή για τον άνθρωπο;

Η ψυχολογία είναι μια επιστήμη για τον άνθρωπο. Όταν το ξεχνάει αυτό εκφυλίζεται σε μια απρόσφορη τεχνογνωσία, μετασχηματίζεται σε μια τεχνολογια της συμπεριφοράς που μπορεί να είναι χρήσιμη και ωφέλιμη για την εξουσία αλλά όχι για τον ιδιο τον άνθρωπο.

Τελικά, αξίζει κανείς να βιώνει τις απώλειες του στην πλήρη έκφανσή τους;

Το βίωμα της απώλειας είναι πολύτιμο. Σε εισάγει σε μια απομυθοποιούσα πραγματικότητα. Σε φέρνει αντιμετωπο με προκλησεις και επιλογές. Αλλά και μια επιθυμία υπέρβασης. Η διεργασία του πενθους προσφέρει τα δώρα της αυτογνωσίας,της συμπόνοιας στον εαυτό μας και στον άλλον, της βαθύτητας του συναισθήματος και της σκέψης μας. Της επιεικιας και της αλληλεγκυης απέναντι στον αδύνατο. Σκεφτείται ποσο δραματικά απουσιάζουν στις μερες που ζουμε όλα αυτά.

H Φωτεινή Τσαλίκογλου σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και ειδικεύτηκε στην Κλινική Ψυχολογία. Είναι καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπου διδάσκει τα μαθήματα «Κλινική ψυχολογία μέσα από τη λογοτεχνία και την Τέχνη» και «Εγκληματολογική Ψυχολογία».
Αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» και είναι συγγραφέας των έργων: «Σχιζοφρένεια και Φόνος. Αναζητώντας τον Χαμένο Παράδεισο», «Μυθολογίες βίας και καταστολής», «O μύθος του επικίνδυνου ψυχασθενή», «Ψυχο-λογικά, Οι παγίδες του αυτονόητου», «Η ψυχολογία στην Ελλάδα σήμερα” (επιμέλεια), «Η Ψυχολογία της καθημερινής ζωής: H κουλτούρα του εφήμερου», «Η Ψυχή στη χώρα των πραγμάτων», «Μήπως;» (μαζί με την Μαργαρίτα Καραπάνου), «H νεράιδα της Γης» (παραμύθι σε εικονογράφηση Αλέξη Κυριτσόπουλου), «Δεν μ’ αγαπάς, μ’ αγαπάς: Τα παράξενα της μητρικής αγάπης. Τα γράμματα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη στην κόρη της Μαργαρίτα Καραπάνου».
Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν τα μυθιστορήματα της «Η κόρη της Ανθής Αλκαίου», «Ονειρεύτηκα πως είμαι καλά», «Έρως φαρμακοποιός», «Εγώ, η Μάρθα Φρόυντ», «Όλα τα Ναι του κόσμου» (νουβέλα). Το τελευταίο της μυθιστόρημα «Το Χάρισμα της Βέρθας» ήταν υποψήφιο για το βραβείο αναγνωστών 2010 του ΕΚΕΒΙ.
Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Το Μέλλον ανήκει στην έκπληξη: 34 Σχόλια για την κρίση κι ένα υστερόγραφο».


ΠΥΓΗ http://entertainment.in.gr/html/ent/140/ent.102140.asp


Η συγγραφέας
ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΑΛΙΚΟΓΛΟΥ

Η γραφή της Φωτεινής Τσαλίκογλου είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Η τόλμη τούτης της γραφής ξεκινά με την έλξη και την απώθηση του αρσενικού, όχι μόνο κάποιου συγκεκριμένου χαρακτήρα μέσα στο αφήγημα, αλλά και του αντίστοιχου αναγνώστη. Η Τσαλίκογλου μας αιφνιδιάζει με ένα αντι-bildungsroman σε πείσμα του ταξιδιού μέσα απ' τον εφιάλτη της εφηβείας προς την "ανδρείωση". (Αυτό ισχύει ακόμα και για την Martha Freud στο πρόσφατο βιβλίο της, Εγώ, η Μάρθα Φρόυντ, παρόλο που ο χαρακτήρας αυτός δεν ανήκει, χρονολογικά τουλάχιστον, στην εφηβεία). Το έχουμε σαν δεδομένο πως το bildungsroman ανήκει στον άνδρα. Κι όταν μια γυναίκα όπως Η Κόρη της Ανθής Αλκαίου, στο πρώτο της μυθιστόρημα, μας οδηγεί μέσα απ' το πέρασμά της προς την ενηλικίωση απαιτούμε να ακολουθήσει τους κανόνες του bildungsroman, δηλαδή τις ανδρικές προδιαγραφές ενηλικίωσης. Αυτή η απαίτηση είναι και το ανδρικό αμάρτημα. Εδώ ο Freud σήκωσε τα χέρια ψηλά μπροστά στη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Δεν είχε τίποτα να πει για τη μάνα-γυναίκα του Οιδίποδα ή για την Ηλέκτρα, κι ακόμα λιγότερο για τις ασθενείς που εγκατέλειψε τραυματισμένες.
Η Τσαλίκογλου έχει κάνει μια πολύ γενναία πράξη, και έχει πολλά να πει μέσα από τη λογοτεχνία για αυτά που παρέλειψε ο Freud. Όχι μόνο μας περνάει με μια απατηλή αθωότητα μέσα απ' τα βαθιά νερά του γυναικείου ψυχισμού, αλλά χρησιμοποιεί τη δομή αυτού του ψυχισμού σαν φυσική δομή του "καινούριου μυθιστορήματος". Όπως έκανε και η Μαργκαριτ Ντυράς. Εδώ ο άνδρας αναγνώστης υποπτεύεται (και στο τέλος το καταλαβαίνει έντρομος) πως ο πόνος της γυναίκας διαφέρει από το δικό του πόνο, κι οι φαντασιώσεις της διαφέρουν κατά πολύ, κι αυτό του δημιουργεί ένταση έλξης κι απώθησης. Όλα αυτά σε ότι αφορά την ψυχολογική βάση των αφηγημάτων της, όχι όμως την καθολική, Φροϋδική βάση που εμπεριέχει τη συνέπεια και αποτελεί το λεγόμενο ρεαλισμό. Αυτή καθ' αυτή η αντι-Φροϋδική βάση αναπτύσσεται ως η ίδια η δομή και των τριών μυθιστορημάτων της συγγραφέα. Έτσι, ο προβληματισμός του αναγνώστη με την αντι-Φροϋδική ψυχολογία της Τσαλίκογλου επεκτείνεται και στην αφηγηματική της δομή, η οποία αντιστέκεται στις παραδοσιακές γραμμές. Το μυθιστόρημα για τη συγγραφέα φαίνεται να είναι σαν ένα αρχιτεκτόνημα, έξω από το χρόνο και έξω από τις ψυχολογικές-ορθολογικές συνέπειες που δομούν το ρεαλισμό. Η κατάθλιψη (που είναι και η τελική "κάθαρση") των γυναικών, όπως της Ανθής Αλκαίου, έχει την ιδιότητα να αφαιρεί το συνηθισμένο χρόνο.
Το "σύγχρονο μυθιστόρημα" (που θα μπορούσε να οριστεί ως το πρωτοποριακό αφήγημα που γράφεται από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα) έχει πετύχει τελικά μια καθαρή "χωρο-διάσταση" εξαλείφοντας το χρόνο (και ενισχύοντας το χώρο) από την αφήγηση. Βέβαια, ο χρόνος όπως τον αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης δεν αλλοιώνεται, έχει εξαλειφθεί όπως η αναπαράσταση του χρόνου στο ξετύλιγμα της ιστορίας. Το αφήγημα της κόρης για την Ανθή Αλκαίου (ή της Μάρθας για τον Φρόυντ) έχει γίνει ένα αντικείμενο που είναι η ίδια η κόρη σαν αρχιτεκτόνημα: παρόλο που ένα σύγχρονο μυθιστόρημα- όπως ένα κτίριο - δεν μπορεί να ειδωθεί μονομιάς σαν μια ενιαία, ολοκληρωμένη οντότητα, δεν αντιπροσωπεύει μια χρονική συνέχεια - όπως ακριβώς ένα κτίριο. Εφόσον το σύγχρονο μυθιστόρημα δεν αναπαριστά το χρόνο, δεν μας μεταφέρει την παραδοσιακή εικόνα του κόσμου που εξαρτάται από το χρόνο και την αιτίαση. Η αιτία της ασθένειας της Μαμάς, ή η ασθένεια του Φρόυντ, είναι ή ίδια που κάνει την κόρη αυτό που είναι. Συνεπώς, η κόρη δεν έχει άλλη ταυτότητα από το να είναι κόρη της Ανθής Αλκαίου - ούτε άλλο όνομα. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τη Μάρθα Φρόυντ. Αυτοί οι χαρακτήρες της Τσαλίκογλου παίρνουν τον αναγνώστη από το χέρι και του μαθαίνουν τα πρώτα μυστικά της γυναίκας. Και εδώ βρίσκεται η πολλή σημαντική προσφορά της στο μυθιστόρημα.

Γιάννης Τσιώλης
Καθηγητής Συγκριτικής λογοτεχνίας ΝΥU.
Καθηγητής φιλοσοφικής Παν/μίου Αθηνών.

ΠΥΓΗ

http://www.greece2001.gr/writers/FotiniTsalikoglou.html








"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο που μπορεί να δει 3 πράγματα σε σένα:  
τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελό σου… την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου… το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου."


"Αν μια γυναίκα είναι σιωπηλή, άκου προσεκτικά."

(Εβγκένι Κασέγιεφ, σύγχρονος Ρώσος γνωμικογράφος)


"Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί."


(Friedrich Schiller 1759 – 1805, Γερμανός συγγραφέας)

ΜΗΔΕΙΑ
Συντονιστής

Χώρα Χώρα: Greece
Φύλλο Φύλλο: Female
Τόπος Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ηλικία Ηλικία: 40
Δημοσιεύσεις Δημοσιεύσεις: 1540
Browser Browser:

Επιστροφή στην κορυφή Go down

Σελίδα 1 από 2 1, 2  Next

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή

- Similar topics

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης